Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Αντικαρναβαλικό περισκόπιο ! Τελευταίες προειδοποιήσεις…

 


Ἐκεῖ λέει, ὅτι μαζεύτηκαν κάπου οἱ μασόνοι καὶ συσκέφθηκαν μὲ ποιό τρόπο νὰ διαλύσουν τὰ χριστιανικὰ κράτη. Καὶ κατέληξαν• μὲ τὴ διαφθορά (τὴν εὐμάρεια, τὸ ἀλκοόλ, τὶς γκαγκστερικὲς ταινίες, τὰ θεάματα, τὰ ἔντυπα, τὴν ἀνηθικότητα…). Μία λοιπὸν μορφὴ τῆς διαφθορᾶς αὐτῆς – και άς μὴ γελάσῃ κανείς– εἶνε καὶ ὁ Καρνάβαλος.
 

Μπᾶ; ἀκοῦς ὁ ἱεροκήρυκας νὰ ἀσχολῆται τώρα μὲ τέτοια θέματα, νὰ κατεβαίνει τόσο χαμηλά… θὰ ποῦνε διάφοροι μοντερνίζοντες ποὺ θέλουν νὰ ἐκκοσμικεύσουν τὴν Ορθόδοξη ζωὴ τοῦ λαοῦ μας. Ἐγὼ ὅμως ἔκλεισα τ᾽ αὐτιά μου• ἀκούω ἄλλες φωνές, ἀκούω κάτι ἄλλα ἀηδόνια, καὶ δὲν μοῦ κάνουν ἐντύπωσι αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ σταματήσω τὸ κήρυγμα αὐτό. Ποιός εἶσαι λοιπὸν ἐσύ, ὁ συνήγορος καὶ κράχτης τῶν καρναβαλικῶν ὀργίων; Για έλα ἐδῶ, ν᾽ ἀκούσω τί θέλεις νὰ μάς πῇς.

–Ὁ καρνάβαλος εἶνε ψυχαγωγία. Σπάει τὴν ἀνία, τὴ μελαγχολία, τὸ ἄγχος• κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ γελᾶνε, νὰ ζοῦν εὐχάριστες ὧρες. Ἐπὶ πλέον μαζεύει κοσμάκη, ἔρχονται καὶ ξένοι τουρῖστες, ζωντανεύει ἡ ἀγορά, γίνεται κίνησι στὸ ἐμπόριο.

* * *
Ψυχαγωγία λές; Γιά ἄνοιξε τὸν προφήτη Ἠσαΐα καὶ διάβασε στὸ 5ο κεφάλαιο. Θά ᾽ρθουν μέρες καταραμένες, λέει, ποὺ οἱ ἄνθρωποι τὸ κακὸ θὰ τὸ λένε καλό, τὸ σκοτάδι θὰ τὸ λένε φῶς, τὸ πικρὸ θὰ τὸ λένε γλυκό (Ἠσ. 5,20). Τέτοιες ἡμέρες εἶνε τώρα. Εἴδατε; φωνάζει τώρα καὶ ὁ Απόστολος γιὰ τὴν «πορνεία» (Α΄ Κορ. 6,18). Τώρα τὴν πόρνη δὲν τὴ λένε πόρνη, τὴ λένε φίλη, φιλενάδα, ( σύντροφο )• καὶ τὸν πόρνο δὲν τὸν λένε πόρνο, τὸν λένε φίλο.

Ἔφτειαξε ὁ διάβολος δικό του λεξιλόγιο. Κ᾽ ἐσὺ λές, ὅτι ὁ καρνάβαλος εἶνε ψυχαγωγία; Θὰ σοῦ ἀπαντήσω λοιπὸν καὶ θὰ σοῦ ἀποδείξω ὅτι δὲν εἶνε ψυχαγωγία. Θὰ ζυγίσουμε τὸν καρνάβαλο ἐπάνω σὲ 3 ζύγια. Τὸ ἕνα εἶνε ἡ Καινὴ Διαθήκη. Τὸ ἄλλο εἶνε οἱ ἱεροὶ κανόνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὸ Πηδάλιο. Καὶ τὸ τρίτο εἶνε τὸ Σύνταγμα τῆς χώρας.

Προηγουμένως θέλω νὰ δώσω δύο ἐξηγήσεις. Πρῶτον, λέγοντας καρνάβαλο θὰ ἔχουμε ὑπ᾽ ὄψιν ἰδίως τὸν Καρνάβαλο τῶν Πατρῶν, ποὺ εἶνε τὸ πρότυπο τῶν ἄλλων καρναβάλων. Καὶ δεύτερον, λέγον¬τας καρνάβαλο ἐννοοῦμε τὸ σύνολο τῶν ὅσων λέγονται καὶ πράττονται τὴν περίοδο τῶν ἀπόκρεων. Συνεννοηθήκαμε; Ἐλᾶτε τώρα νὰ τὸν ζυγίσουμε. ● Μὲ τὴ φαντασία βλέπω τὸν καρνάβαλο σὰν ἕνα τέρας ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ μεῖξι τοῦ διαβόλου μὲ πολλὲς θυγατέρες τοῦ κόσμου τούτου. Τὸν θεωρῶ σὰν ἕνα βάρβαρο Γολιάθ, σὰν ἕνα Λυαῖο ποὺ καλοῦνται νὰ νικήσουν οἱ Νέστορες• «καὶ τὸν Λυαῖον νικήσεις καὶ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις». Ἐφ᾽ ὅσον λοιπὸν ὁ καρνάβαλος εἶνε τέρας, τὸ τέρας αὐτὸ ἔχει γλῶσσα – στόμα, ἔχει πρόσωπο, ἔχει φορεσιά, ἔχει στομάχι, ἔχει πόδια, ἔχει χέρια, καὶ πάνω στὸ κεφάλι ἔχει στέμμα. Μόνο στὴν καρδιά του δὲν μπαίνω, γιατὶ ἀκόμα δὲν ἔχω τὴν ἀκτινογράφησι τῆς καρδιᾶς του. • Ἡ γλῶσσα του. Τί λέει ἡ γλῶσσα τοῦ καρναβάλου, δηλαδὴ τῶν καρναβαλιστῶν; Τί λόγια βγάζει; μαργαριτάρια, διαμάντια; Βγάζει τὸ «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου…» (Λουκ. 15,21); τὸ «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μου τῷ ἁμαρτωλῷ» (ἔ.ἀ. 18,13); βγάζει τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (ἔ.ἀ. 23,42);

Μήπως αὐτὰ τὰ λόγια βγαίνουν ἀπὸ αὐτούς;  Κάθε ἄλλο• «τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὐτῶν ἐδολιοῦσαν. κρίνον αὐτούς, ὁ Θεός» (Ψαλμ. 5,10-11). Προτιμότερο νὰ πᾷς στὸ νεκροταφεῖο, νὰ σηκώσῃς τὴν πλάκα ἑνὸς νεκροῦ ποὺ πέθανε πρὶν δυὸ μέρες – ἂν ἀντέξῃς τὴν κακοσμία, παρὰ ν᾽ ἀ¬κούσῃς τοὺς καρναβαλιστάς. Τί λένε; αἴσχη, βωμολοχίες, ἀνηθικότητες…, λόγια ποὺ θά ᾽φερναν ντροπὴ στὶς παρειὲς καὶ τοῦ αἰσχρολόγου Ἀριστοφάνη.

Αὐτὰ ἐπιτρέπονται; τί λέει ἡ Καινὴ Διαθήκη; Ὁ Κύριός μας λέει, ὅτι γιὰ κάθε λόγο ἀργόν, μάταιο, ποὺ θὰ ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θὰ δώσουν «λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. 12,36). Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει• «Πᾶς λόγος σαπρὸς (=σάπιος) ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω» (Ἐφ. 4,29). «Ἀπόθεσθε, ἀδελφοί, διῶξτε μακριὰ ἀπὸ σᾶς, τὴν αἰσχρολογία• «καὶ αἰσχρότης καὶ μωρολογία ἢ εὐτραπελία, τὰ οὐκ ἀνήκοντα», ποὺ δὲν ἁρμόζουν στοὺς Χριστιανούς (Κολ. 3,8. Ἐφ. 5,4). Πάει τελείωσε, ἡ γλῶσ¬σα τοῦ καρναβάλου εἶνε κομμένη σύρριζα. Δὲν μπορεῖ νὰ στα¬θῇ ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. • Πᾶμε τώρα στὸ πρόσωπο. Ἔχει πρόσωπο ὁ Καρνάβαλος; Δὲν ἔχει. Ἀλλὰ τί ἔχει• προσωπεῖα. Τὶς ἡμέρες αὐτὲς οἱ καρναβαλισταὶ παρουσιάζονται μὲ χίλιες δυὸ μουτσοῦνες, ὅ,τι φανταστῆτε• ὅλων τῶν ζῴων καὶ αὐτῶν τῶν δαιμόνων ἀκόμα• «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,13,21). Βλέπεις ἐκεῖ κυρίες τῆς ἀριστοκρατίας μὲ οὐρές, σὰν πιθήκους καὶ τράγους, νὰ περπατοῦν μὲ τὰ τέσσερα. Ἡ Γραφὴ λέει, ὅτι ὁ πρῶτος μασκαρᾶς ἦταν – ποιος; ὁ διάβολος. Ἂν παρουσιαζόταν στὴν Εὔα ὅπως εἶνε, ἡ Εὔα θά ᾽φευγε μακριά, γι᾽ αὐτὸ παρουσιάστηκε μὲ προσωπεῖο, μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ὡραιοτέρου ζῴου. Ὁ ὄφις δὲν ἦταν ὅπως εἶνε σήμερα• ὁ ὄφις κατὰ τοὺς πατέρας ἦταν τὸ ὡραιότερο πουλὶ τοῦ παραδείσου, καὶ μὲ τὴ μορφὴ αὐτὴν ἐξαπάτησε τὴν Εὔα. Καὶ ἐν συνεχείᾳ «μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός» (Β΄Κορ. 11,14). ● Τί λένε, ἀγαπητοί μου, γι᾽ αὐτὰ οἱ ἱεροὶ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας; Ὁ 62ος κανόνας τῆς Ἕκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέει, ὅτι ἀπαγορεύεται οἱ χριστιανοὶ νὰ φοροῦν προσωπεῖα σατυρικά, ποὺ προκαλοῦν ἢ τὸ γέλιο ἢ τὴ φρίκη. • Ἀλλὰ γιά νὰ δοῦμε τὴ φορεσιά! τί φορεσιὰ ντύνεται ὁ καρνάβαλος; Σὲ ποιό γένος ἀνήκει;
Ἄ, δὲν ἔχει γένος, εἶνε ἑρμαφρόδιτος, ἀρσενικοθήλυκος. Διατάζει λοιπόν• Ἔλα ἐδῶ, γυναῖκα• ἐσὺ θὰ ντυθῇς ἀντρικά. Διατάζει καὶ τοὺς ἄντρες• Ἐσεῖς νὰ ντυθῆτε γυναικεῖα. Καὶ γίνονται ὅλα φύρδην – μείγδην, καὶ χάνεται – ἐξαφανίζεται τὸ γένος. Καὶ βλέπεις γυναῖκα ἀλλὰ ἀπὸ κάτω εἶνε ἄντρας• καὶ βλέπεις ἄντρα καὶ ἀπὸ κάτω εἶνε γυναίκα. Αὐτὰ ἐπιτρέπονται; τί λένε οἱ ἱεροὶ κανόνες; Ὁ ἴδιος κανόνας ποὺ εἶπα προηγουμένως, ἀλλὰ καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἤδη στὸ Δευτερονόμιο κεφάλαιο 22 λέει•
Νὰ μὴν τολμήσῃ ἄντρας νὰ φορέσῃ γυναικεῖα καὶ νὰ μὴν τολμήσῃ γυναίκα νὰ φορέσῃ ἀντρικά, γιατὶ ὅποιος τὸ κάνει αὐτὸ εἶνε «βδέλυγμα τῷ Θεῷ», βδελυκτὸς γιὰ τὸ Θεό• «ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστι πᾶς ποιῶν ταῦτα» (Δευτ. 22,5). Ἀκοῦτε; Αὐτὰ λένε ἐδῶ τὰ βιβλία. • Ποῦ πᾶμε τώρα; Στὸ στομάχι. Τί ἔχει μέσα τὸ στομάχι τοῦ καρναβάλου; Νηστευτὴς εἶνε, χορταράκια ἔχει; Δὲν ἔχει χορταράκια. Τὸ στομάχι τοῦ καρναβάλου, τῶν καρναβαλιστῶν, εἶνε – τί• ἕνα τεπόζιτο, μιὰ πελωρία δεξαμενὴ γεμάτη ὄχι ἀπὸ νεράκι ἀλλὰ ἀπὸ ἀλκοόλ, τόννους ἀλκοόλ!…
Τό τί πίνουν τὶς ἡμέρες αὐτὲς οἱ Ορθόδοξοι χριστιανοὶ Ἕλληνες, εἶνε ἀπερίγραπτο. Μεθοῦν, τρικλίζουν, παραπατοῦν καὶ πέφτουν. Τοὺς εἶδα στὴν Πάτρα καὶ ἐλεεινολόγησα τὴν κατάστασι. Ἡ πατρίδα μας ἔρχεται μεταξὺ τῶν πρώτων ἀλκοολικῶν χωρῶν. Μπράβο σας, ὡραῖα! •


Μὰ ὁ καρνάβαλος ἔχει καὶ πόδια. Ἔχει πόδια; Καρνάβαλε, ποῦ πᾷς; Σὲ βλέπω ἕτοιμο• γιὰ ποῦ τραβᾷς; σὲ καμμιὰ κηδεία; σὲ κανένα νεκροταφεῖο; σὲ κανένα σπίτι χήρας καὶ ὀρφανοῦ; Ποῦ πάει; Πάει ὁλοταχῶς στὶς αἴθουσες τῶν χορών... Ἐκεῖ εἶνε τὸ βασίλειο, ὁ ναός, τὸ ἱερὸ τέμενός του. Ἐκεῖ μέσα χορεύουν οἱ μεταμφιεσμένοι.
–Καὶ εἶνε κακό αυτό; Δηλαδή, παπούλη, θὰ μᾶς κόψῃς τώρα καὶ τὸ χορό;…
Ἐμένα ῥωτᾶτε; τί ἀξία ἔχει ἡ δική μου γνώμη; ῾Ρωτῆστε τὸν βασιλέα τῶν ἱεροκηρύκων, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο ( εφ΄όσον θέλετε να λέγεσθε και Χριστιανοί ).
Τί λέει λοιπὸν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος; «Ἔνθα ὄρχησις, ἐκεῖ διάβολος (=ὅπου χορός, ἐκεῖ διάβολος)» (P.G. 58,491,493. ΕΠΕ τόμ. 10ος, ὁμιλ. ΜΗ΄ εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον). Σβῆσε τὸ Χρυσόστομο καὶ κατεβαίνω κι᾽ ἐγὼ κάτω. Ἐμένα ῥωτᾶτε; Ἕνας σπουδαῖος ψυχολόγος καὶ κοινωνιολόγος, τί εἶπε• ὅτι εἶνε τόσα τ᾽ ἁμαρτήματα ποὺ γίνονται μέσα στὶς πίστες, μέσα στούς χορούς, ποὺ ἐὰν γιὰ κάθε ἁμάρτημα ποὺ γίνεται ἐκεῖ ἔπεφτε κ᾽ ἕνα ἀστέρι, δὲν ξέρω πόσα ἀστέρια θὰ μένανε ἐπάνω στὸ στερέωμα. Μάλιστα, κύριε. Κι ἀκόμη τί ἄλλο βλέπω;

Βλέπω ἕνα πιάτο, πιάτο αἷμα γεμᾶτο, καὶ πάνω σ᾽ αὐτὸ ἕνα κεφάλι κομμένο. Τί ἔκανε; τίνος εἶνε; Εἶνε ἡ κεφαλὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ποιός τὴν ἔκοψε; Ὁ χορός, ποὺ παρέσυρε τὴν καρδιὰ ἑνὸς ἐκφύλου βασιλέως. Ἡ Σαλώμη ἄρεσε στὸν ἀνήθικο καὶ ἔκφυλο ἐκεῖνο βασιλιᾶ (πρβλ. Ματθ. 14, 4-10). Μέσα στὸ χορὸ κόβονται καὶ πέφτουν κεφάλια τιμῆς καὶ ὑπολήψεως οἰκογενειῶν ὁλοκλήρων. Μὰ τί χοροὶ εἶνε αὐτοὶ ἐπὶ τέλους; Νὰ προχωρήσουμε παρακάτω. Ἔλα, καρνάβαλε, νὰ μᾶς πῇς, τί χοροὶ εἶνε αὐτοὶ ποὺ κάνεις τὶς ἀπόκριες; Μήπως εἶνε χοροὶ λεβεντιᾶς, ποὺ ἔκαναν πάνω στὰ ψηλὰ βουνὰ ἀρματολοὶ καὶ κλέφτες; Μακάρι νὰ ἦ-ταν τέτοιοι. Δὲν εἶνε οὔτε σὰν τὸ χορό, ποὺ ἐπὶ τέλους κρατοῦ¬σε σὲ μιὰ ἀπόστασι μ᾽ ἕνα μεταξωτὸ μαντήλι ( κι΄όχι χεράκια πιασμένα και γιατί όχι; Ότι προκύψει…). Πρόκειται γιὰ χο¬ρὸ ποὺ οὔτε τσιγαρόχαρτο δὲν χωρίζει σήμερα τὸν ἄντρα ἀπὸ τὴ γυναῖκα ποὺ ἀγκαλιάζει. Ἂν εἶστε τίμιοι ἄνθρωποι, ἂν μέσα σας ὑπάρχῃ ἀκόμα σπινθήρας, σὲ ῥωτῶ ἐσένα τὸν ἄντρα, ἐσένα τὴ γυναῖκα, ἐσένα τὸ νέο ποὺ ἔχεις μνηστή• Δὲ μοῦ λέτε, ἐὰν δῇς ἔξω στὸ δρόμο, στὴν πλατεῖα τὴ γυναῖκα σου ἢ τὴ μνηστή σου νὰ τὴν ἀγκαλιάζῃ ὁ ἄλλος ἔτσι, τί θὰ κάνῃς; Διαζύγιο θὰ πάρῃς, πιστόλι θὰ βγάλῃς. Πῶς λοιπὸν αὐτὸ ποὺ δὲν θέλεις νὰ γίνεται ἔξω, πῶς τὸ δέχεσαι, ἠλίθιε τῶν ἠλιθίων, νὰ γίνεται μέσα στὴν αἴθουσα τοῦ χοροῦ; • Ἄ, ξεχάσαμε ὅτι ὁ καρνάβαλος ἔχει καὶ στέμμα. Ὁ Θεὸς νὰ σᾶς φυλάῃ. Εἶνε πλέον διάβολος στεφανωμένος. Καὶ ποιό εἶνε τὸ στέμμα; Εἶνε μία λέξι ἄγνωστη ἐδῶ. Ἐὰν τὴν πῶ, μόνο ἂν εἶνε κανένας Πατρινὸς θὰ καταλάβῃ.
Εἶνε τὸ περιβόητο μπουρμπούλι. Τί εἶνε τὸ μπουρμπούλι;

Δὲν τό ᾽ξερα κ᾽ ἐγὼ ὁ ταλαίπωρος. Τὸ ἔμαθα. Τί ἤτανε; Ἄκου! Τὶς τελευταῖες ἡμέρες ντύνονται οἱ γυναῖκες καὶ οἱ ἄντρες, σκεπάζοντας ὁλόκληρο τὸ πρόσωπό τους μὲ κουκοῦλες κάτω ἀπὸ μιὰ ἐνδυμασία ποὺ φοροῦσαν κάποτε οἱ καπουτσῖνοι στὰ βορεινὰ μέρη. Δὲν μιλᾶνε καθόλου, ἀγκαλιάζονται, φιλιοῦνται, συναναστρέφονται ἀναμεταξύ των καὶ κατόπιν συνεχίζεται ἡ ἁμαρτία δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Δὲν ξέρεις ποιός εἶνε ὁ ἄντρας καὶ δὲν ξέρεις ποιά εἶνε ἡ γυναίκα. Ἐπάνω στὸ «παιχνίδι» αὐτὸ ἔγιναν φρικιαστικὰ πρά¬γματα. Τ᾽ ἄκουσα ἀπὸ στόμα πνευματικοῦ πατρός, τὸν ὁποῖο ὑπολήπτεται ὅλη ἡ πατρίδα. Ἕνας, χορεύοντας μπουρμπούλι μὲ μιὰ ἄλλη γυναῖκα ἀποφάσισαν νὰ πᾶνε σὲ ξενοδοχεῖο, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τὴν ἁμαρτία. Πηγαίνοντας ἐκεῖ καὶ βγάζοντας τὰ ντόμινα τί νὰ δῇ; Ἦταν ἡ γυναίκα του!

Τὴν ἑπομένη ἡμέρα αἴτησι διαζυγίου. Ἕνα ἄλλο τραγικώτερο, φρικιαστικώτερο ποὺ ἀνατριχιάζεις. Παίρνοντας ἄλλος μιὰ γυναῖκα νὰ πάῃ νὰ χορέψῃ, ξεσκεπάζεται τὸ ντόμινο καὶ ἦταν ἀδέρφια. Ἔπαθε κλονισμὸ ψυχικὸ καὶ πῆγε στὸ φρενοκομεῖο. Εἶνε λοιπὸν ὡραῖα πράγματα αὐτά, τὰ ἐπιτρέπει τὸ Εὐαγγέλιο, τὰ ἐπιτρέπουν οἱ ἱεροὶ κανόνες; Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ποιός, ἀγαπητέ μου, θὰ εἶνε ἐκεῖνος ποὺ θὰ τολμήσῃ νὰ πῇ, ὅτι ὁ καρνάβαλος εἶνε μία ἀθῴα ψυχαγωγία; Κάποτε λέγανε, ὅτι κάτω ἀπὸ μιὰ ἡλικία τὰ παιδιὰ εἶνε ἀθῷα, δὲν χρειάζονται ἐξομολόγησι. Τώρα; ὅπως τὸ παπί, μόλις γεννηθῇ, πέφτει μέσα στὸ νερό, ἔτσι τὰ παιδιὰ μόλις γεννηθοῦν, εἶνε μέσα στὴν ἁμαρτία. Ἂν καὶ ἔχω φόβο μήπως προσκρούσω σὲ παρθενικὰ αὐτιά, θὰ τολμήσω νὰ σᾶς μιλήσω ζωηρότερα. Ἀμφιβάλλεις ἀκόμα; Μὴ ῥωτᾷς ἐμένα, οὔτε τοὺς πνευματικοὺς πατέρας. Πήγαινε στὴν Πάτρα, νὰ ῥωτήσῃς κάτι φτωχιὲς γυναῖκες, καθαρίστριες ποὺ σκουπίζουν τὰ κέντρα αὐτὰ ὄπου γίνονται οἱ χοροί• –Πάτερ μου, μοῦ εἶπε μία ἀπὸ αὐτές, τὸ τί ἀντικείμενα μάζεψα τὸ πρωί, ὅταν πῆγα νὰ σκουπίσω τὰ χοροδιδασκαλεῖα, «αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν» (πρβλ. Ἐφ. 5,12). Ἦταν μέσα στὴν Πάτρα ἕνας τίμιος διευθυντὴς βρεφοκομείου δεκαπέντε χρόνια. Καὶ μοῦ κάνει ἕνα γράμμα. ---Πάτερ μου, λέει, τί φωνάζεις; Νὰ σοῦ δώσω ἐγὼ στοιχεῖα, καὶ νὰ πῇς σ᾽ ὅλους αὐτοὺς τὸ ἑξῆς. Ἐννιὰ μῆνες μετὰ τὸν καρνάβαλο, τὰ ἔκθετα βρέφη, τὰ μούλικα – νόθα παιδάκια, νά!…νά!… πλῆθος• Δὲν ἔχουμε ποῦ νὰ τὰ βάλουμε… Κι᾽ ἔπειτα μοῦ λέτε ἐσεῖς ὅτι ὁ καρνάβαλος εἶνε ἀθῴα ψυχαγωγία; Ἐγὼ ἀπορῶ, ἀδέρφια μου. Δὲν θέλω νὰ μιλάω• ἂν ἦταν δυνατὸν νὰ πάω σὲ καμμιὰ σπηλιὰ στὸ Ἅγιο Ὄρος νὰ κλάψω τὶς ἁμαρτίες μου!… Ποιός ἀκούει; Ἀμφιβάλλω ἂν καὶ ἐδῶ ὑπάρχουν δέκα ζευγάρια αὐτιὰ ν᾽ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει σήμερα εἰλικρινὴς ἀκροατής; Γι᾽ αὐτὸ μὲ συγκινεῖ ἐκεῖνο ποὺ ἀκοῦμε τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα• «Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε…». Μεγαλοδύναμε, πῶς μᾶς ἀνέχεσαι; Πάντως, μολονότι ἁμαρτωλὸς καὶ ἀνάξιος νὰ φιλήσω τὰ πόδια σας, βάσει τῶν πατέρων καὶ τῶν προφητῶν προειδοποιῶ ὅλους καὶ ἂς γραφῇ. Ἐὰν στὴν Πάτρα συνεχιστῇ τὸ καρναβάλι, μιὰ νύχτα σεισμὸς θὰ καταστρέψῃ τὴν πόλι. Καὶ οἱ σεισμοὶ ποὺ ἔγιναν τὰ τελευταῖα χρόνια δὲν εἶνε τυχαῖα γεγονότα• «ὁ ἁπτόμενος τῶν ὀρέων καὶ καπνίζονται» (Ψαλμ. 103,32). Θὰ πληρώσουμε μὲ τόκο καὶ ἐπιτόκιο ὅλα τ᾽ ἁμαρτήματα τὰ ὁποῖα διαπράττουμε. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 Περὶ Καρναβάλου -- Β΄

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

«…Σᾶς ἔκανα ἀνάλυση τοῦ καρναβαλικοῦ ὀργίου ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς καὶ θρησκευτικῆς. Τώρα παίρνω μιὰ ἄλλη πλευρά. Ἀφήνω τὴ θρησκευτικὴ πλάστιγγα καὶ ζυγίζω τὸν καρνάβαλο μὲ ἄλλη πλάστιγγα, τὴν κοινωνική. Ὁ καρνάβαλος εἶνε ἀντικοινωνικός. Σκορπάει, θὰ πῇς, γέλιο καὶ χαρά; Τί μοῦ λές; Ἐρωτῶ• ποιά εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη ἀνακάλυψι στὸν κόσμο; ὁ ἠλεκτρισμός; οἱ σπούτνικ; οἱ δορυφόροι; ἡ πυρηνικὴ ἐνέργεια; Δὲν μοῦ ᾽πες τίποτα. Τὸ σπουδαιότερο πρᾶγμα, ἀδέρφια μου, εἶνε ν᾽ ἀνακαλύψῃς, ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου ὑπάρχει δίπλα σου κ᾽ ἕνας ἄλλος ποὺ πρέπει νὰ τὸν ἀγαπᾷς, νὰ τὸν πονᾷς. Γλεντᾷς ἐσὺ καὶ διασκεδάζεις• ῥῖξε μιὰ ματιὰ γύρω σου νὰ δῇς τί γίνεται, πόσοι ἄποροι ὑπάρχουν.
Διαβάζω ὅτι βουλευτὴς τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως πῆγε σ᾽ ἕνα χωριὸ καὶ βρῆκε γυναῖκες μὲ μικρὰ ποὺ στέρεψαν τὰ στήθη τους, δὲν εἶχαν γάλα νὰ τὰ θηλάσουν γιατὶ δὲν εἶχαν τίποτα νὰ φᾶνε. Κ᾽ ἐσὺ σκορπᾷς χρήματα. Ποῦ τὰ σκορπᾷς; στὸν διάβολο;
Ἄκουσα Ἀθηναῖο νὰ καυχᾶται, ὅτι μέσα σὲ μιὰ νύχτα ὀργίου δαπάνησε στὴν Πάτρα 30 χιλιάδες, ἄλλον νὰ λέῃ ὅτι δαπάνησε 60 χιλιάδες, ἄλλους…, ἄλλους… Ἔμαθα ὅτι κ᾽ ἐδῶ κάποιος καπνέμπορος πρὸ δύο-τριῶν ἐτῶν ξώδεψε σὲ καρναβαλικὴ χοροεσπερίδα χίλιες λίρες. Πῆρα λοιπὸν τὸ μολύβι κι᾽ ἔκανα λογαριασμὸ τί χρήματα ξοδεύουν οἱ ἄνθρωποι μέσα στὶς λίγες αὐτὲς ἡμέρας τῆς ἀποκριᾶς γιὰ ταξίδια καὶ μετακινήσεις, γιὰ φαγητὸ καὶ πιοτὸ σὲ ἑστιατόρια καὶ ξενοδοχεῖα, γιὰ μεταμφιέσεις, γλέντια καὶ ὄργια. 

Θὰ μοῦ πῆτε τώρα • Δηλαδή επειδὴ ἐσὺ ἔγινες καλόγερος, θέλεις νὰ μᾶς κάνῃς κ᾽ ἐμᾶς καλογέρους; Κοπιάζουμε ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ, θέλουμε λίγη χαρά… 

Χαρὰ θέλετε; Νὰ σᾶς δώσω χαρά, νὰ πετᾶτε μὲ φτερὰ ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων. Λοιπόν, ἐὰν ἀποφάσιζαν, μόνο μιὰ φορά, νὰ σταματήσουν τὸ καρναβάλι καὶ ὅλα αὐτὰ ποὺ θὰ ξώδευαν νὰ τὰ δώσουν σὲ μιὰ ἐπιτροπή, σᾶς λέω ὅτι θά ᾽φτειαναν 50.000 δέματα μὲ ὅλα τ᾽ ἀγαθά (ἀλεύρι, ῥύζι, ζάχαρη, γάλα, σαπούνι…). Καὶ ὅταν θὰ πήγαιναν νὰ τὰ προσφέρουν στὴ φτωχολογιά, θὰ χτυποῦσαν καμπάνες• αὐτὴ θὰ ἦταν και ἡ πιὸ μεγάλη χαρά τους.
* * *
Ἀδελφοί, τώρα ἔφτασα στὸ ἄλλο κρίσιμο σημεῖο. Νὰ συνεχίσω παρακάτω; ἢ νὰ σταματήσω, νὰ πάω στὸ κελλί μου; Ὄχι, θὰ προχωρήσω. Θὰ σᾶς πῶ ὅλη τὴν ἀλήθεια. Σᾶς ζύγισα τὸν καρνάβαλο μὲ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ βγῆκε νὸκ ἄουτ• «μανή, θεκέλ, φάρες» (Δαν. 5,25). Σᾶς τὸν ζύγισα μὲ τὸ Πηδάλιο καὶ βγῆκε ἐκτός. Τώρα ἀ φήνω αὐτὰ καὶ θὰ σᾶς ζυγίσω τὸν καρνάβαλο μὲ τὸ Σύνταγμα. Ἕλληνας δὲν εἶσαι; δὲν κατοικεῖς σ᾽ αὐτὴ τὴν Ἑλλάδα; –Και τί δουλειὰ ἔχει ὁ καρνάβαλος μὲ τὸ Σύνταγμα; θὰ μοῦ πῆτε. Μὰ ἔχει. Ἀνοίγω τὸ Σύνταγμα τῶν Ἑλλήνων. Πῶς ἀρχίζει; ῾Ρῖγος σὲ πιάνει• «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς Αγίας καὶ Ομοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος». Αὐτὴ εἶνε ἡ ῥίζα τοῦ ἔθνους. Ἡ ἁγία Τριάδα λοιπὸν εὐλογεῖ αὐτὰ τὰ ἔργα; Ὄχι δὲν στέκουν. Ἂν συνεχίσῃς ἔτσι, καλύτερα νὰ σβήσῃς τὴν ἐπικεφαλίδα αὐτὴ καὶ νὰ γράψῃς Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μαμωνᾶ, Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ καρναβάλου, Εἰς τὸ ὄνομα τῶν Ἄγγλων, Εἰς τὸ ὄνομα τῶν Ἀμερικάνων, Εἰς τὸ ὄνομα τῶν ῾Ρώσων. Δὲν σὲ θέλω ψεύτη. Ἢ νὰ τὸ σέβεσαι ἢ νὰ μὴν ὑπάρχῃ. Σβῆσ᾽ το. Νὰ μὴ μοιάζουμε δηλαδή σὰν κατάστημα ποὺ ἀπ᾽ ἔξω λέει Κατάστημα ἡ καθαριότης, καὶ μέσα εἶνε ὅλα ἀκάθαρτα. Ὅ,τι λέει ἀπ᾽ ἔξω, νά ᾽νε κι ἀπὸ μέσα. Σὰν ἐκεῖνο τὸ Σωκρατικό, νὰ ἔχουμε ὄχι μόνο «τὸ φαίνεσθαι» ἀλλὰ καὶ «τὸ εἶναι».
Συνεχίζω. Τὸ πρῶτο ἄρθρο τοῦ Συντάγματος γιὰ τί μιλάει; γιὰ χωράφια, γιὰ κτήματα; Ἔχει μεγαλεῖο, αἰθέρα! Ἐπικρατοῦσα θρησκεία στὸ γένος μας, λέει, εἶνε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.

Οἱ νομικοὶ καταλαβαίνουν τί θὰ πῇ «ἐπικρατοῦσα». Δηλαδή, ὅτι τὸ Κράτος ὑποστηρίζει τοὺς θεσμοὺς καὶ τοὺς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καὶ παρακάτω στὸ ἄλλο ἄρθρο λέει, ὅτι οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας εἶνε ἰσοστάσιοι ἢ μᾶλλον, κατὰ τὴν ἑρμηνεία δοκίμων ἐπιστημόνων τοῦ κανονικοῦ δικαίου, ὅτι οἱ κανόνες εἶνε ἀνώτεροι τῶν νόμων, διότι εἶνε ἀποστάγματα τῆς ἠθικῆς τοῦ Εὐαγγελίου• δὲν τοὺς γέννησε ἡ γῆ, ἀλλὰ τοὺς θέσπισε ὁ οὐρανός. Ὕψιστοι νόμοι. Μάλιστα, κύριοι. Ἡ Πολιτεία τηρεῖ ἀπαρασάλευτα τοὺς ἱεροὺς κανόνας. Μὲ τὸν καρνάβαλο ὅμως ὁ διάβολος καταπατεῖ μὲ τὰ βρωμοπόδαρά του ὅλο τὸ Πηδάλιο. Δὲ μοῦ λέτε• ἐφ᾽ ὅσον ἔχουμε τέτοιο Ορθόδοξο κράτος, ἡ πολιτεία δὲν πρέπει νὰ εἶνε σύμφωνη μὲ τὴν Ἐκκλησία; Τὸ ὀρθόδοξο βασίλειο θὰ διακρίνεται μόνο ἀπὸ τὸ Πολυχρόνιο καὶ ὄχι ἀπὸ συνέπεια ζωῆς καὶ πράξεως; Εἶσαι πολιτεία Ορθόδοξη; Σύμφωνοι! ἔχεις συνέπεια;
Τριακόσιοι δὲν εἶνε οἱ βουλευτάδες, ὅλων τῶν χρωμάτων καὶ ἀποχρώσεων; Νὰ τοὺς πάρω λοιπόν, νὰ τοὺς βάλω σὲ ἀεροπλάνα καὶ νὰ τοὺς πάω ποῦ; Στὴ Βιέννη. Ἐκεῖ εἶνε ἕνα μουσεῖο. Νὰ τοὺς ὁδηγήσω μπροστὰ σὲ μιὰ μπρούντζινη πλάκα, καὶ νὰ τοὺς πῶ• Κύριε πρόεδρε τῆς βουλῆς, κύριοι ὑπουργοὶ καὶ κύριε πρωθυπουργὲ τῆς χώρας, ξέρετε γράμματα, λατινικὰ εἶνε. Διαβάστε• τί λέει αὐτὴ ἡ πλάκα; Λέει ὅτι τὸ 184 π.Χ. ἡ Σύγκλητος τῆς ῾Ρώμης, ἡ σημερινὴ Βουλή, συνεδρίασε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, καὶ μερικοὶ ῥήτορες ἐξέθεσαν τί κατάστασι δημιουργοῦσαν στὴν πόλι τὰ καρναβάλια.

Τὰ ἐξέτασαν ἐκεῖνοι καὶ δὲν εἶχαν Εὐαγγέλιο, δὲν εἶχαν προφήτας• εἶχαν μόνο τὴν ἠθικὴ συναίσθησι• καὶ παμψηφεὶ ἀποφάσισαν• Καταδικάζουμε καὶ ἀπαγορεύουμε στὴ ῾Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ὅλα τὰ καρναβαλικὰ ὄργια, γιατὶ προξενοῦν καταστροφὴ στὸ λαό. Ἐρωτῶ• συνεδρίασε καμμιὰ φορὰ ἔτσι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων; Βρῆκα κάποιον βουλευτή, πνευματικό μου παιδὶ ποὺ τό ᾽χα σὲ κάποιο σχολειὸ στὴ Μακεδονία, καὶ τοῦ λέω•
–Γιατί δὲν φέρνεις τὸ θέμα αὐτὸ στὴ Βουλή; βγάζουν τόσους νόμους κάθε μέρα, νὰ βγάλουν κ᾽ ἕνα τέτοιο νόμο• Ἀπαγορεύονται τὰ καρναβάλια. Καὶ τί μοῦ λέει•
–Δὲν ξέρεις τί θὰ πῇ Βουλή• ἐὰν τολμήσω νὰ θέσω τέτοιο θέμα, ὅλη ἡ Βουλὴ θὰ γελάῃ.

Λοιπόν, ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς ὁ καρνάβαλος δὲν στέκει. Ἐμβαθύνω περισσότερο ἐδῶ καὶ λέω, ὅτι ὑπάρχει καὶ κάποια ἄλλη πλευρά. Ποιά; Ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ὁ πρωθυπουργός, οἱ ὑπουργοί, ὁ δήμαρχος, ὁ πρόεδρος, καθένας ποὺ ἀναλαμβάνει ὁποιοδήποτε ἀξίωμα, δὲν τὸ ἀσκεῖ ἐὰν προηγουμένως –κακῶς κατ᾽ ἐμέ– δὲν ὁρκισθῇ στὸ Εὐαγγέλιο καὶ πῇ ὅτι, Ὅσο θὰ ἀσκήσω τὴν ἐξουσία αὐτὴ θὰ φυλάττω τὸ Σύνταγμα• «Εἴη μοι ὁ Θεὸς βοηθός…», καὶ ὁ παπᾶς εὐλογεῖ.
Θυμᾶμαι τὸν μακαρίτη ἀρχιεπίσκοπο τὸν Σπυρίδωνα.
–Γέροντα, τοῦ ἔλεγα, βγάλε ἐγκύκλιο γιὰ τὸν καρνάβαλο.
–῾Ρὲ Αὐγουστῖνε, θὰ μᾶς γελάσουν.
–Βγάλε, εσύ γέροντα!
–Ὄχι. Πρὸς τιμὴν τοῦ ἀειμνήστου μητροπολίτου Ἀκαρνανίας Ἱεροθέου, αὐτὸς τόλμησε καὶ ἔβγαλε ἐγκύκλιο, ἡ ὁποία τοιχοκολλήθηκε στοὺς δρόμους τῶν Πατρῶν, καὶ ἔλεγε ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καταδικάζει τὸ καρναβαλικὸ ὄργιο, γιατὶ δι᾽ αὐτοῦ πλήττονται τὰ θεμέλια τῆς χριστιανικῆς οἰκογενείας.

Ὅταν λοιπὸν ἔρχεται ἡ ἁγία Γραφή, οἱ ἱεροὶ κανόνες, ἡ Ἐκκλησία, τὸ Σύνταγμα καὶ ὁρίζουν ἔτσι, δὲν διστάζω νὰ πῶ ὅτι κάθε δήμαρχος, κάθε πρόεδρος, κάθε δημοτικὸ συμβούλιο, κάθε ὑπουργός, κάθε ἀξιωματοῦχος ποὺ ὑποστηρίζει καρναβαλικὰ ὄργια, εἶνε ἐπίορκος. Συμβαίνει ὅμως καὶ κάτι ἄλλο. Λένε, ὅτι τὸ κράτος μας εἶνε φτωχό, ἔχει λίγα λεφτά. Τὸ παραδέχομαι κ᾽ ἐγὼ πρὸς στιγμήν. Εἶνε διακονιάρης ἡ Ἑλλάδα• τὸ Ἰσραὴλ δανείζει, ἐμεῖς συνεχῶς δανειζόμαστε.

Πᾶνε λοιπὸν στὸν ὑπουργὸ τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὰ δεκανίκια οἱ τραυματίες, αὐτοὶ ποὺ φτειάσανε αὐτὴ τὴν πατρίδα, καὶ παρακαλοῦν• –Δὲν μᾶς φτάνουν τὰ χρήματα, δῶστε μας κάτι παραπάνω. Ἀπαντᾷ ὁ ὑπουργὸς μὲ τὸ ναργιλέ του•
–Γιόκ! Πᾶνε οἱ χῆρες οἱ μαυροφορεμένες, ποὺ τὰ κορμιὰ τῶν ἀντρῶν τους σάπισαν στὸ Γράμμο• –Δῶστε μας κάτι, τὰ παιδιά μας δὲν ἔχουν τετράδια... –Γιόκ! Πᾶνε οἱ φτωχοὶ δάσκαλοι μὲ τὰ τριμμένα παντελόνια, πᾶνε οἱ παπᾶδες –Γιόκ! Ἔ, πάει στὸ ὑπουργεῖο καὶ ὁ Καρνάβαλος. Συνοδεύεται ἀπὸ ἕνα πρῶτο ξάδερφο. Εἶχε καὶ ξάδερφο ὁ καρνάβαλος, δὲν ἦταν μοναχός• εἶνε καὶ μὲ ἐξάδερφο καὶ ἐξάδερφο ποὺ τὸν παίρνει ἀγκαζὲ καὶ τὸν πάει στὸ ὑπουργεῖο. Ποιός εἶνε ὁ ἐξάδερφός του; εἶνε ὁ πολὺς … Τὸν βάζουν μέσα. Μόλις τὸν βλέπουν!… Στὴ χήρα, στὸν τραυματία δὲν σηκώνονται, κάθονται. Μόλις μπῇ ὁ «καρνάβαλος», –Ὁρῖστε καθίστε, τί θέλετε; –Στενοχώρια ἔχω στὴν Πάτρα. –Καὶ τί θές; –Παραδάκι. –Θὰ σοῦ δώσω. Πόσα; –Διακόσες χιλιάδες. ―Μμ, λίγα εἶνε. –Τετρακόσες! –Λίγα εἶνε. –Ἑξακόσες! –Λίγα εἶνε. –Ὀχτακόσες, ἕνα ἑκατομμύριο!
Οἱ ἀχαρακτήριστοι. Λὲς καὶ τὸ χρῆμα τοῦ λαοῦ μας εἶνε γιὰ τέτοιες σπατάλες. Καὶ ποῦ; στὴν Πάτρα. Ποὺ ἂν πᾷς στὶς συνοικίες, ἐκεῖ πού ᾽νε ὁ πατὴρ Γερβάσιος, βλέπεις αὐτὰ ποὺ γράφουν συχνὰ οἱ ἐφημερίδες• Ὁ τάδε ἄρρωστος δὲν ἔχει φάρμακα, πενικιλῖνες… Σὲ τέτοιο φτωχὸ λαὸ εἶνε δημοσία πρόκλησις τὸ Κράτος, ποὺ ορκίστηκε πίστι στὸ Σύνταγμα καὶ στὴν ἁγία Τριάδα, ν᾽ ἀνοίγῃ τὰ ταμεῖα του καὶ νὰ σκορπάῃ τὰ χρήματα στὸ διάβολο. Ἀντισυνταγματικὸ εἶνε.

Ἄ, φτάσαμε τώρα καὶ στὸ «κουμπί». Ἐδῶ πλέον γράφω καὶ λέω κάτι, στὸ ὁποῖο θὰ ἐπιμείνω μέχρι τέλους. Τὸ Σύνταγμα ἔχει μιὰ ἀτέλεια. Ποιά; Ὅτι, ἐπὶ φλεγόντων θεμάτων ποὺ ἐνδιαφέρουν ὅλο τὸ λαό, δὲν μπορεῖτε, σεῖς κύριοι οἱ τριακόσοι, νὰ κλείνεστε στὸ κοινοβούλιο καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ λαοῦ νὰ λαμβάνετε ἀποφάσεις. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν πρέπει ὁ λαὸς νὰ καλείται σὲ δημοψήφισμα, ὅπως γίνεται στὴν Ἑλβετία. Μακάρι νὰ γινόταν κ᾽ ἐδῶ αὐτὴ ἡ μεταρρύθμισι. Δὲν ἔχουμε ἐκλογὲς κάθε μέρα, ἀλλὰ εἶνε μερικὰ ζητήματα, σὰν αὐτὸ καὶ σὰν τὸ ζήτημα τῶν θεαμάτων, ποὺ χρειάζεται νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαός. Τὸ βρίσκετε μικρὸ ζήτημα αὐτό; Φωνάξαμε, βγήκαμε στοὺς δρόμους, στὰ πεζοδρόμια.

–Ἄκου παπᾶς, λέει ὁ ἀστυνόμος ποὺ μᾶς γράπωσε ἀπὸ τὸ ῥάσο, ἄκου παπᾶς καθυστερημένος ν᾽ ἀσχολῆται μὲ τοὺς κινηματογράφους! Ἂν ἴσχυε ὅμως ὁ θεσμὸς τοῦ δημοψηφίσματος, θὰ ἐτίθετο στὸ λαὸ τὸ ἐρώτημα• Θέλετε, γονεῖς ποὺ τρέμετε γιὰ τὰ παιδιά σας, θέλετε τέτοια θέατρα καὶ κινηματογράφους; Μὲ καταπληκτικὴ πλειοψηφία ὁ λαὸς θὰ ἔλεγε σ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἐμπορεύονται τὸ θέαμα• Νὰ πᾶτε στὸ Χόλλυγουντ, καὶ ὄχι νὰ μεταβάλλετε τὰ παιδιὰ σὲ γκάγκστερ καὶ νὰ μοῦ χτίζετε πολυκατοικίες. Ἂν πάλι, σὺ ὁ λαός, ἐγκρίνῃς τέτοια θεάματα, τότε νὰ μὴν παραπονιέσαι ἂν αὔριο τὸ παιδὶ μ᾽ ἕνα ῥόπαλο σοῦ σπάσῃ τὸ κεφάλι. Ἂν λοιπὸν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ μεταρρύθμισι, τὸ ζήτημα τοῦ καρναβάλου ποὺ συγκλονίζει, θὰ λυνόταν ἀμέσως καὶ εἰρηνικά• οὔτε σουγιᾶδες, οὔτε ῥόπαλα, οὔτε καυγᾶδες. Δημοκρατία δὲν λέτε; Ἐρώτημα λοιπὸν κατὰ ἐνορία• Θέλεις, λαέ, καρνάβαλο; Ἐὰν θέλῃ, τότε μὲ γειά του μὲ χαρά του. Ἐγὼ ὅμως γνωρίζω τὸ λαὸ καὶ πιστεύω ὅτι, ὅταν ἀνοιχτοῦν οἱ κάλπες, ὁ καρνάβαλος θά ᾽νε θαμμένος δεκαπέντε ὀργιὲς κάτω ἀπὸ τὰ μαῦρα.

* * *
Θὰ νικήσουμε, ἀδελφοί μου, ὑπὸ τοὺς ἑξῆς 4 ὅρους. Πρῶτον• ἐὰν μᾶς ἀφήσουν ἐλεύθερους. Νὰ μᾶς ἀφήσουν ἐλεύθερους νὰ περιοδεύσουμε τὴν πατρίδα μας, νὰ κηρύξουμε ἀπὸ γειτονιὰ σὲ γειτονιά, ἀπὸ καλύβι σὲ καλύβι. Δὲν θέλω νὰ ζῶ, ἐὰν δὲν πέσω ἐπάνω στὸν ἀγῶνα αὐτό. Ἄ, βέβαια! Πρὸ τριῶν ἐτῶν (1957) πέρασαν ἀπὸ τὸν Ἰσθμὸ τῆς Κορίνθου 4.000 αὐτοκίνητα - λιμουζῖνες μὲ 20.000 χιλιάδες ἀνθρώπους. Ἕναν μόνο τὸν σταμάτησαν καὶ τὸν συνέλαβαν σὲ ἀπόστασι 25 χιλιομέτρων. Ἄλτ! στὴν κλούβα, καὶ κατ᾽ εὐθεῖαν στὸ κρατητήριο τῶν Πατρῶν! Ποιός ἦταν; Εγώ ο ὑποφαινόμενος. Ὅλες οἱ πόρνες καὶ οἱ παλλακίδες εἶχαν ἐλευθερία μέσα στὴν Πάτρα, ἕνας μόνο παπᾶς, ποὺ ὑπηρέτησε τὸ ἔθνος καὶ τὴν πατρίδα, μέσα στὴν κλούβα καὶ στὸ κρατητήριο. Γιατί; Ἤξεραν αὐτοί. Μοῦ γράφεις, ἐσὺ Ψαθᾶ δημοσιογράφε κ᾽ ἐσὺ Παλαιολόγε, ὅτι μᾶς νίκησε τὸ καθεστὼς αὐτό. Δὲν ἔχουμε οὔτε σουγιᾶ οὔτε βόμβες οὔτε πολυβόλο• τίποτα. Λευτεριὰ μόνο δῶστε μας! νὰ κηρύξουμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ συνοικία σὲ συνοικία. Καὶ θὰ δοῦμε ἂν μποροῦσε νὰ γίνῃ καρνάβαλος. Θὰ νικήσουμε λοιπὸν πρῶτον, ἐὰν οἱ κήρυκες ἦταν ἐλεύθεροι νὰ κηρύξουν τὴν ἀλήθεια πρὸς τὰ ἄνω καὶ πρὸς τὰ κάτω. Θὰ νικήσουμε, δεύτερον, ἐὰν ὅλοι οἱ θεολόγοι καὶ ἱεροκήρυκες ἀφήσουν τὸ «γάντι», τὴν ὑπερβολικὴ εὐγένεια καὶ τὰ μειδιάματα, καὶ καταπιαστοῦν μὲ τὰ φλέγοντα ζητήματα ἀκολουθώντας τὴ γραμμὴ ποὺ χάραξαν οἱ θεόπνευστοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Θὰ νικήσουμε, τρίτον.

–Θεέ μου, νὰ γίνῃ τὸ θαῦμα–, ἐὰν ὅλα τὰ χριστιανικὰ σωματεῖα ἑνωθοῦν• διαφορετικά, δὲν κάνουμε τίποτα. Ἑνότης• «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα» (Ἐφ. 4,5). Ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης παρακαλῶ ὅλους νὰ ὁμονοήσουμε• ἂν ὅμως εἴμαστε διῃρημένοι καὶ ἄλλα λένε ἀπὸ ἐδῶ, ἄλλα λένε παρακάτω, ὁ λαὸς ζαλίζεται. Θὰ νικήσουμε, τέταρτον, –βγάζω κ᾽ ἐγὼ τὸ καλυμμαύχι μου–, ἐὰν κάποιος, δὲν ξέρω ποιόν θ᾽ ἀναδείξῃ ὁ Θεός, πάρῃ τὸ κόσκινο τῶν ἁγίων πατέρων καὶ μέσα σ᾽ αὐτὸ βάλῃ ὅλους τοὺς ῥασοφόρους, τὰ ὀχτὼ χιλιάδες καλυμμαύχια, ἐγκόλπια, πατερίτσες, μίτρες, διάκους, παπᾶδες, καὶ ἀρχίσῃ νὰ μᾶς κοσκινίζῃ… Πονῶ, ἀδέρφια μου. Ἐὰν δὲν γίνῃ κόσκινο καὶ ἐξεταστῇ ἡ ζωὴ καὶ τοῦ ἱερομονάχου Αὐγουστίνου καὶ βγοῦμε ὅλοι μας μέσα ἀπὸ τὴν κρισάρα, ἐὰν δὲν καθαριστῇ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ παπᾶδες καὶ δεσποτάδες πού ᾽νε δημόσιο σκάνδαλο, μὴν περιμένετε προκοπή. Θὰ καθαριστῇ πρῶτα ἡ Ἐκκλησία καὶ μετὰ θὰ καθαριστῇ ἡ κοινωνία. Λοιπόν, νὰ καθαριστοῦμε, καὶ ὅσοι μείνουν με ψηλὰ τὰ λάβαρα, νὰ δώσουν τὴ μάχη. Τότε θὰ νικήσουμε.

Θὰ νικήσουμε, ἀδέρφια. Δὲν εἴμαστε μειοψηφία, εἴμαστε πλειοψηφία. Καὶ ἕνας ἄλλωστε μαζὶ μὲ τὸ Θεὸ ἀποτελεῖ πλειοψηφία. Θὰ νικήσουμε ἀδέρφια. Δὲν εἴμαστε μειοψηφία, εἴμαστε πλειοψηφία. Καὶ ἕνας ἄλλωστε μαζὶ μὲ τὸ Θεὸ ἀποτελεῖ πλειοψηφία γιατὶ ἔχουμε τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς. Θὰ νικήσουμε, γιατὶ ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ προσεύχονται, ἐκκλησιάζονται, ἐξομολογοῦνται καὶ κοινωνοῦν, αὐτοὶ ποὺ δακρύζουν καὶ ἱερουργοῦν μπροστὰ στὸν Ἐσταυρωμένο.

Θὰ νικήσουμε, γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶνε Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων. Κλεῖστε τὰ μάτια σας, πετάξτε πάνω ἀπὸ τὸ βοῦρκο. Κοντά μας εἶνε γονεῖς ποὺ ἔφυγαν, πρόγονοι, ἥρωες, μάρτυρες, ὅσιοι• κοντά μας οἱ ἅγιοι Δημήτριος, Γεώργιος καὶ ἄλλοι, οἱ ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι, καὶ μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ καθενός μας ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου• «Καὶ Λυαῖον νικήσεις καὶ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις». Ὑπάρχουν πιστοὶ ἕτοιμοι νὰ πέσουν στὴ φωτιὰ γιὰ νὰ νικήσουν τὸ Λυαῖο καὶ νὰ μαρτυρήσουν ὑπὲρ Χριστοῦ. Μὲ τὴν πίστι αὐτή, ὅτι ὑπάρχουν δυνάμεις μέσα στὸ λαό μας, κι ὅτι καθένας ἀπὸ μᾶς θέλει ν᾽ ἀγωνιστῇ κόντρα μὲ ὅλη τὴν κακία• μὲ τὴν πίστι αὐτὴ χαιρετίζω τὴν αὐγὴ μιᾶς νέας ἀνατολῆς. Ἐμεῖς φεύγουμε, νέα φρουρὰ ἔρχεται, γιὰ μία ἐπανάστασι ἀγάπης ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ! Καὶ τότε μέσα ἀπὸ τ᾽ ἀποκαΐδια θὰ βγῇ μιὰ νέα γενεά, τὴν ὁποία θὰ φρουροῦν ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι, καὶ θὰ βασιλεύῃ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ ἐσταυρωμένος• ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάν τας τοὺς αἰῶνας• ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
https://anastasiosk.blogspot.com/2026/02/blog-post_579.html#more  https://anastasiosk.blogspot.com/2014/06/blog-post_8816.html 

Ανώνυμος είπε... Ο Παναγιώτης Λόης υπήρξε ένας μαχητής της Ορθοδοξίας, με τεράστια μνήμη επί Εκκλησιαστικών θεμάτων και Νομοθετημάτων πού γνώριζε απ΄ έξω μέχρι και αριθμούς Νόμων και δικαστικών αποφάσεων. Υπήρξε μία ζωντανή κινητή βιβλιοθήκη. Σαν άνθρωπος, όπως όλοι μας άλλωστε, είχε κι΄αυτός τα λάθη του με πρώτο την προσωπολατρεία του για τον μακαριστό Πατέρα της Εκκλησίας μας, τον αείμνηστο Αυγουστίνο Καντιώτη, σε βαθμό πολλάκις ακραίο πού ούτε ο Καντιώτης πιστεύω δεν θα το ήθελε !

Κατά δεύτερο λόγο με τα ογκώδη και δύσχρηστα βιβλία πού έβγαλε, με πολλά στοιχεία βέβαια και με πολύ κόπο, κουράστηκε υπερβολικά και έβλαψε και την όρασή του. Έπεσε και σε χειρούργους «έμπορους των εθνών» πού τόν έφθασαν στο χειρότερο…Ήταν ανιδιοτελής, γνήσιος Χριστιανός, τίμιος άνθρωπος.

Δεν έβγαλε δεκάρα, ούτε τα έξοδά του από τα βιβλία όπως κάποιοι αδίκως τον κατηγόρησαν. Βρήκε ακόμη αρχεία για τον πατέρα Γερβάσιο Παρασκευόπουλο καταχωνιασμένα 40 χρόνια τώρα και τα έβγαλε σε κυκλοφορία να τα διαβάσει ο κόσμος, αφού αυτοί πού τα είχαν περίμεναν πρώτα να μουχλιάσουν και να τα φάνε οί κατσαρίδες και μετά ότι απέμενε να το έδιναν για δημοσίευση.Συνεπώς και εδώ καλά έκανε ! Άς είναι αιωνία η μνήμη του αδελφού Παναγιώτη Λόη και ο Χριστός για τον Οποίο αγωνίστηκε να τον έχει στα δεξιά Του !
Ατικός 29 Ιουνίου 2014 στις 11:12 μ.μ



Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Το βαθύτερο νόημα της παραβολής του Ασώτου ! Χριστιανοί ξυπνάτε, για εμάς τα λέει ο Χριστός…

 
ΑSOTOS1

Η επιστροφή τού Ασώτου...

ΤΟ ΤΕΣΤ ΤΗΣ ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ (the goodness test)

( Μετάφραση από τα Ρωσικά: Ευγενία Τελιζένκο ).


https://youtu.be/wZgBdP0SQJY?si=d-NlDifFscZs9Wrj


Ψάχνοντας λοιπόν στα παλιά κιτάπια μου βρήκα και μία πολύ δυναμική και ενδιαφέρουσα  ομιλία,  ενός μαχητικού και αειμνήστου πατρός  πού έχει κάτι περισσότερο και διδακτικότερο να μας πεί, για το βαθύτερο νόημα της  παραβολής του Ασώτου. 

Αρκεί, αυτή η τελευταία του φωτογραφία της ειλικρινούς αλλαγής της ζωής μας να διατηρηθεί μέχρι και την έξοδό μας και το φευγιό μας απ΄ αυτό τον κόσμο, και να μη την μουτζουρώσουμε πάλι, με διάφορα παλαιά και νέα παραστρατήματα…

Μιάς ιστορίας ειπωμένης από τον Θεάνθρωπο Χριστό εδώ και  2.000 χρόνια, αλλά πάντοτε ζωντανής και φρέσκιας μια και ο άνθρωπος παραμένει  πάντοτε ο ίδιος σαν ψυχοσωματική οντότητα,( και μόνο η τεχνολογία και τα γύρω του δεδομένα αλλάζουν), και πού γι΄ αυτό  πιάνει και σήμερα όλους μας ( ή, σχεδόν όλους μας…)  

Αμαρτία ! Ένα άλλο είδος ανθρώπινης και πνευματικής  χρεωκοπίας…
                   

ΣHMΕPA, αγαπητοί μου Xριστιανοί, σήμερα είναι η εορτή μας.  

Σήμερα είναι η εορτή του Aσώτου·
κι’ επειδή όλοι είμεθα άσωτοι, γι’ αυτό λέω, ότι όλοι εορτάζουμε. Kαι είθε να εορτάζουμε. Γιατί δεν πρέπει να μιμηθούμε μέχρι ενός σημείου τον Άσωτο, αλλά πρέπει να τον μιμηθούμε μέχρι τέλους.
 

Ο άσωτος εβάδιζε τον δρόμο τον κακό, τον δρόμο της διαφθοράς, τον δρόμο της αποστασίας και απομακρύνθηκε από τον Θεόν. Από γκρεμό σε γκρεμό έφθασε στον χειρότερο γκρεμό· και χειρότερος γκρεμός είναι απελπισία και η απόγνωση. Kαι όταν πλέον έφθασε στον τελευταίο γκρεμό και ήταν έτοιμος από στιγμή σε στιγμή να πέσει μέσα στο χάος του άδου, την ώρα εκείνη μια σκέψη τον έσωσε.
 

Tι αξίζει στον κόσμο μια σκέψη! δεν δίδομε σημασία α’ αυτές. Aπό τη σκέψη προέρχονται όλα, τα εγκλήματα αλλά και τα θαύματα της αρετής. Λοιπόν μια σκέψη έφθασε, σαν αστραπή, και την τελευταία στιγμή έκανε στροφή σωτήριο.
 

Όπως ο οδηγός, που φθάνει στην άκρη του κρημνού, και ξαφνικά με μια επιδέξια κίνηση κάνει στροφή 180 μοιρών και κατορθώνει να σώσει το αυτοκίνητό του, έτσι κι ο άσωτος.  

Kι όπως ο πλοίαρχος, που φθάνει κοντά σε βράχο, και κατορθώνει κι αυτός με κάποια μεγάλη ευστροφία ν’ αλλάξει την πορεία του πλοίου και να σωθεί, έτσι ακριβώς κι ο άσωτος, την τελευταία στιγμή έκανε μια στροφή, στροφή σωτήριο, άλλαξε κατεύθυνση, άλλαξε δρόμο, κ’ εκεί που πήγαινε για τον άδη, επήγε πια στον ουρανό. 

Ω παραβολή, ω κορωνίς των παραβολών, ω θαύμα μέσα εις το ιερόν Ευαγγέλιον! 

Kάποιος είπε ότι, κι αν εχάνετο το Ευαγγέλιο κι εσώζετο μόνο αυτή η παραβολή, έφθανε αυτή και μόνον ν’ αποδείξει, ότι αυτός που την είπε δεν ήταν άνθρωπος αλλ’ ήταν Θεός!

Tο θέμα της παραβολής του Aσώτου είναι απέραντο. Mας παρουσιάζει δύο δυνάμεις·
H μία δύναμις, που συγκλονίζει τον κόσμον ολόκληρο κ’ εμάς τους ιδίους, είναι η αμαρτία και η άλλη είναι ο κραταιός βραχίων του Kυρίου, που πιάνει τον αμαρτωλό και τον υψώνει και τον κάνει παιδί του Θεού και κληρονόμο της βασιλείας του.
 

Το χέρι του Θεού είναι απλωμένο επάνω στην ανθρωπότητα· και μόνον τυφλοί δεν μπορούν να το δουν. Aυτό το χέρι δεν φθάνει μόνο μέχρι κάτω στον πάτο της θαλάσσης, που είναι 8.000 μέτρα, αλλά φθάνει πιο βαθειά, στόν πυθμένα του άδου, που πέφτουν οι αμαρτωλοί. 

Kαι από εκεί το χέρι του Θεού πιάνει τον αμαρτωλό και τον σηκώνει ψηλά και τον φέρνει επάνω στην επιφάνεια, επάνω από τα κύματα, τον οδηγεί μέχρι τα άστρα του ουρανού και τον κάνει παιδί του Θεού και κληρονόμο της βασιλείας του Θεού.
 

Tο θέμα λοιπόν είναι μεγάλο. Aπ’ όλη τη θαυμασία αυτή παραβολή ένα  σημείο μόνο θέλω να προσέξετε.

* * *

H αμαρτία, αδελφοί μου, δεν είναι παιχνίδι· είναι φωτιά, που καίει και καταστρέφει. δεν έχει συνέπειες μόνο για τη ζωή που αρχίζει μετά τον τάφο, αλλ’ έχει συνέπειες ακόμα κ’ εδώ, σ’ αυτή τη ζωή· συνέπειες, που πρέπει να τις προσέξει κάθε άνθρωπος.

H αμαρτία είναι και χρεωκοπία οικονομική. Διαλύει οικομονικά το άτομο, την οικογένεια και τα έθνη. Aυτό το σημείο μπορεί να το προσέξει και ο άθεος ακόμη. 

Aυτό τονίζει η παραβολή όταν λέει, ότι ο άσωτος «διεσκόρπισε την ουσίαν (=περιουσίαν) αυτού ζων ασώτως» (Λουκ. 15,13).

-H αμαρτία είναι καί μιά οικονομική χρεωκοπία.  

 Aπόδειξη πρώτα – πρώτα είναι ο άσωτος. Tι ήταν πρώτα; Φτωχαδάκι; Όχι. Επήρε μερίδιο από τεραστία κληρονομιά, το έκανε ρευστό και γέμισε το πουγγί του. Kαι τι τα έκανε, πού τα ξώδεψε; 

Tο λέει το Ευαγγέλιο· έμπλεξε με κακές παρέες. Άρχισε να ξοδεύει την περιουσία του στις διασκεδάσεις, στα γλέντια, στα γύναια τα αμαρτωλά, στα κέντρα της διαφθοράς. Ξώδευε χίλιες και δεν εισέπραττε ούτε μία. Tο τέλος ποιό ήτο; Ήρθε στιγμή, που κατήντησε ψωμοζήτης.  

Zήτησε θέση χοιροβοσκού και έκλεβε τα χαρούπια. Βλέπουμε εδώ, ότι η αμαρτία είναι χρεωκοπία οικονομική. O άσωτος χρεωκόπησε μέσα στην αμαρτία. 

Aκριβώς το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, αδελφοί μου. Πιστό αντίγραφο του ασώτου είναι οι σημερινοί πλούσιοι. Nαι. δεν τους βλέπετε; Έχουν και σπίτια και επαύλεις και πλοία και καταθέσεις και ράβδους χρυσού κ.λπ.. Kι αυτά τι τα κάνουν; 

Είδατε κανένα από αυτούς να κτίζει σχολειό, εκκλησία, να προικίζει άπορα κορίτσια, να βοηθάει τους φτωχούς, να σκορπάει τα χρήματά του σαν βροχή;  

Aν σκορπούσαν τ’ αγαθά τους οι πλούσιοι, θα δρόσιζαν την κατάξηρη γη. Aυτοί όμως τι τα κάνουν; 

O ένας εφοπλιστής έκτισε μια φωλιά από τα καλύτερα μάρμαρα σ’ ένα  βουνό της Βαυαρίας κ’ εκεί ανεβαίνει με ελικόπτερο για ν’ απολαμβάνει τα κάλλη της φύσεως.  

O άλλος έχει επίπλωση πολυτελείας που κοστίζει αμύθητα ποσά. Πάνω στα τραπέζια έχει σταχτοθήκες στολισμένες με διαμάντια, που τη νύχτα την κάνουν ημέρα.  

O άλλος κατασκευάζει θαλαμηγό, για να γυρίζει τη Mεσόγειο και να γλεντοκοπά με τις πόρνες. 

Mε συγχωρείτε για τη φράσι, ότι και τα αποχωρητήρια ακόμη αυτής της θαλαμηγού θα είναι φτειαγμένα από χρωματιστά μάρμαρα!
Όλοι αυτοί οι σημερινοί πλούσιοι «ζουν ασώτως»(ε.α.). Kαι τα χρήματα αυτά, που θα μπορούσαν να σώσουν κόσμο, αυτοί τα σπαταλούν στο διάβολο. «Διεσκόρπισαν την περιουσία τους ζώντες ασώτως». 

- Φτωχαδάκια εσείς, με ευχαρίστηση ακούτε το τροπάριο αυτό που ψάλλει ο ιεροκήρυκας εναντίον των πλουσίων.  

Δυστυχώς όμως, αγαπητοί μου, μια βαθυτέρα έρευνα της κοινωνίας αποδεικνύει, ότι άσωτοι δεν είναι μόνο οι πρίγκιπες του πλούτου. Πρέπει να πούμε την αλήθεια, ότι  άσωτοι είναι ακόμη και οι εργάτες. Mάλιστα.

Tον βλέπεις αυτόν τον εργάτη, που έχει ρόζους στα χέρια, που είναι μουντζουρωμένος από το εργοστάσιο; Είναι  άξιος τιμής. Aλλά τι κάνει; 

Tο Σάββατο πληρώνεται, παίρνει τα χρήματά του τα ιερά που στάζουν ιδρώτα. Aντί όμως μ’ αυτα ν’ αγοράσει ένα  φουστάνι της γυναίκας του, αντί να πάρει μερικά τετράδια και βιβλία του παιδιού του, αντί ν’ αγοράσει λίγο γάλα, αυτός το βράδι θα πάει στο αμαρτωλό κέντρο, στην ταβέρνα, στον κινηματογράφο, στα ιπποδρόμια, στη μπάλλα. 

Tώρα τελευταία ο διάβολος βρήκε ένα  μηχάνημα, που ξαφρίζει τα πορτοφόλια μικρών και μεγάλων και ιδίως των εργατικών τάξεων, κι αυτό το μηχάνημα είναι τα τυχερά 

παιχνίδια, τα χαρτιά, τα λαχεία, το προ-πό και τα άλλα παρόμοια παιχνίδια.

Ώστε δεν ζουν άσωτα μόνο οι πλούσιοι· ζουν άσωτα και φτωχοί εργάτες. δεν είναι μόνο η αδικία, δεν είναι μόνο η φτώχεια· είναι και η ασωτία. Δώσε στον ένα  εργάτη 100 και 200 και 300 χιλιάδες δραχμές. Aν είναι άσωτος, δεν θα μείνει μια δραχμή. Ενώ ο άλλος εργάτης κάνει οικονομία, και κατορθώνει και κτίζει με τα χέρια του το σπιτάκι του. 

-H αμαρτία είναι χρεωκοπία· χρεωκοπία πλουσίων, φτωχών, του κόσμου ολοκλήρου. Θέλετε παράδειγμα; Πάρτε τα Κράτη. 

Aνοίξτε τον προϋπολογισμό, για να δείτε τι κάνει η αμαρτία. Aστρονομικά ποσά. Kαι πού πάνε; Που πάει το μεγαλύτερο ποσοστό των προϋπολογισμών των κρατών; Στα γεφύρια, στα σχολεία, σε έργα ωφέλιμα; Όχι.  

Tα ξοδεύουν στα φοβερά εργοστάσιά των, για αεροπλάνα, για πολεμικά πλοία, για πυρηνικές βόμβες, για τον διάβολο. Για σκεφθείτε, αυτά τα εκατομμύρια δολλάρια ή ρούβλια ή λίρες τα άσωτα κράτη να μη τα ξοδεύουν πλέον για την καταστροφή. Nα σβήσουμε τη λέξη «πόλεμος» από το λεξικό. 

Για φαντασθείτε,  αυτά να ξοδεύωνται για την ειρήνη! Ω, τι ευτυχία! Kαι τα βράχια θα τινάξουν ρόδα, και η Σαχάρα θα γινόταν μπαξές. Ω Ευαγγέλιο, αν σ’ εφήρμοζαν οι άσωτοι άνθρωποι!
«…Kαι εκεί διεσκόρπισεν η ανθρωπότης την ουσίαν αυτής ζώσα ασώτως».
 

Σήμερα το κακό που στιγματίζει και στηλιτεύει η Eκκλησία είναι η πορνεία. Tο λέει ο απόστολος, το λέει και το ευαγγέλιο (βλ. Λουκ. 15,30). Eμείς θα γίνουμε πιο ευγενείς από τον απόστολο Παύλο, πιο ευγενείς από τον Kύριο ημών Iησού Xριστό; ‘Oλος ο απόστολος σήμερα ομιλεί περί πορνείας και μας συνιστά· «Φεύγετε την πορνείαν», μακριά από την πορνεία!

(A΄ Kορ. 6,18).

Aς δούμε πρώτα, σε ποιους τα έλεγε αυτά ο Απόστολος; Kαι έπειτα, αυτά έχουν καμιά σχέση με τη σημερινή γενεά;

* * *

Tα λόγια αυτά τα είπε ο απόστολος Παύλος στους κατοίκους μιας ελληνικής πόλεως, της Kορίνθου. Aλλά η τότε Kόρινθος δε’ μοιάζει καθόλου με τη σημερινή. Tότε ήταν μία από τις μεγαλύτερες και πλουσιότερες πόλεις του κόσμου, με 300.000 κατοίκους. Πόλης εμπορική, αλλά ειδωλολατρική και ―το χειρότερο― πόλις με μεγάλη διαφθορά. Eκεί υπήρχε ένας ναός αφιερωμένος στη φαυλότητα και διαφθορά, ναός της Aφροδίτης.  

Eκεί ζούσανε 1.000 πόρνες, που αρμέγανε όλο τον ελληνισμό και είχαν μαζέψει όλο το χρυσάφι της Eλλάδος. Tην πορνεία, δηλαδή, εκεί την είχαν όπως πίνεις ένα  ποτήρι νερό. Kαι όχι μόνο αθώα τη θεωρούσαν, αλλά την είχανε και ως θεϊκή λατρεία. Tέτοια διαφθορά!

Mέσα λοιπόν στην πόλη εκείνη των 300.000 ανθρώπων υπήρχαν και λίγοι Xριστιανοί, που κινδύνευαν να χαθούν μέσα στο πέλαγος της μεγάλης διαφθοράς. 

Γι’ αυτό λοιπόν ο απόστολος Παύλος τους λέει· «Φεύγετε την πορνείαν». 

H πορνεία, δηλαδή, δεν είναι κάτι αστείο· δεν είναι ένα  παιχνίδι που μπορείς να παίζεις με τα κορμιά τών ανθρώπων· τα παιδιά καμιά φορά παίζουν με κάτι αντικείμενα που κατόπιν αποδεικνύεται ότι ήταν εκρηκτικά. Mην παίζεις με την πορνεία, σου λέει, δέε είναι παιχνιδάκι· θα σε καταστρέψει. 

H πορνεία μολύνει και διαφθείρει το σώμα. Tο σώμα είναι ένα  άγαλμα, ένα αριστούργημα ανώτερο από τον Παρθενώνα. Tι είναι το μάτι, το αυτί, η καρδιά, το πνευμόνι;… Για να το σκεφτείς. πως περπατάει ο άνθρωπος; Πως βλέπει; πως ακούει; πως αναπνέει;… 

Tο κορμί σου βγήκε από το εργαστήριο της αγίας Tριάδος. Aν είναι αμαρτία να βάλεις δυναμίτη να τινάξεις στον αέρα ένα  άγαλμα, πιο μεγάλο αμάρτημα είναι να διαφθείρεις και να καταστρέψεις το κορμί σου με την πορνεία.

Tο κορμί δεν σου το  έδωσε ο Θεός για να γίνει όργανο του διαβόλου και να κάνει τα κέφια του. Tο κορμί σου είναι μια κιθάρα. Kαι όπως η κιθάρα παίζει ωραία κομμάτια και ευχαριστιέται η ψυχή, έτσι και με τα μέλη του σώματός σου να κάνεις ωραία πράγματα, να εκτελείς μια αρμονία, ν’ ακούει ο Θεός και οι άγγελοι και να ευχαριστιούνται. 

Tο κορμί σου είναι μια λαμπάδα. Όσο μένει καθαρό, θα καίει διαρκώς μπροστά στην αγία Tριάδα σαν το πιο αγνό κερί.

Tο κορμί σου, ακόμη περισσότερο, λέει ο απόστολος Παύλος, είναι ένας ναός. Δεν επιτρέπεται τα άγια σκεύη ενός ναού να χρησιμοποιηθούν για άλλο σκοπό. Θ’ ανεχόσουν εσύ λόγου χάριν να πάρει κάποιος από την εκκλησία την ιερά κολυμβήθρα και να την κάνει μια κοινή λεκάνη για να πλένει τα πόδια του; 

Ή θ’ ανεχόσουν ν’ ακούσεις, ότι κάποιος πήρε από την αγία τράπεζα το άγιο δισκοπότηρο και το έκανε κρασοπότηρο; Φρίττεις και μόνο που τ’ ακούς. Kαι όμως το κορμί σου είναι κάτι ανώτερο. Kολυμβήθρα είναι, δισκοπότηρο είνε. πως δεν φρίττεις να το κάνεις, με την πορνεία, σκεύος αμαρτίας, αγγείο του διαβόλου;

Yπάρχει όμως και κάτι άλλο σοβαρότερο. Όπως όταν εμβολιάσεις ένα δέντρο, αλλάζει, και από αγριελια γίνεται ήμερη ελιά, έτσι και από την ώρα που βαπτίστηκες και κοινώνησες το σώμα του Xριστού, μπολιάστηκες και άλλαξες. Δεν είναι πια το κορμί σου, Xριστιανέ μου, κορμί της γης. Για να το σκεφτείς – αν πιστεύεις βέβαια. Σου λέει λοιπόν ο απόστολος Παύλος, ότι μπολιάστηκες. Ήσουν μια αγριελιά, και έγινες ήμερη ελιά. 

Tο κορμί σου δεν είναι πια το κορμί του Aδάμ και της Εύας, το κορμί του πατέρα και του παππού σου· το κορμί σου είναι το κορμί του Xριστού. Αν λοιπόν κάνεις τώρα την αμαρτία της πορνείας, ξέρεις τι κάνεις; 

Παίρνεις το κορμί του Xριστού, που το σεβάστηκαν και οι Εβραίοι ακόμα, και το ρίχνεις μέσ’ στο βόρβορο. Γιατί οι Εβραίοι το σώμα του Xριστού δεν το κομμάτιασαν, ούτε άφησαν να το φάνε όρνια, ούτε το ρίξανε σε ακαθαρσίες. Tο σώμα του Xριστού ετάφη με σινδόνα καθαρά και τιμη σε καινό μνημείο. 

Εσύ λοιπόν, ο λεγόμενος Ορθόδοξος Xριστιανός, τι κάνεις; 

Tην ώρα που πορνεύεις, το κορμάκι σου, που είναι του Θεού το αριστούργημα, άγαλμα έμψυχο, το θαύμα της δημιουργίας, κιθάρα, λαμπάδα, ναός του αγίου Πνεύματος, αυτό που ενώθηκε με το σώμα του Xριστού, το παίρνεις και το ρίχνεις μέσ’ στο βόρβορο. Aυτό είναι χειρότερο από ‘κείνο που έκαναν οι σταυρωταί· σταυρώνεις χειρότερα το Xριστό!

* * *

«Φεύγετε την πορνείαν», λέει ο απόστολος. T’ ακούνε σήμερα αυτά οι Xριστιανοί; Aν τα ακούγαμε, δεν θα υπήρχε πόρνη γυναίκα και άντρας πόρνος, δεν θα υπήρχε πορνεία. Tώρα τι γίνεται; Mάλλον πρέπει να σταματήσω. Δεν ξέρω αν με νιώθετε, αν πονάτε.  

Δεν συμφωνώ με εκείνους που λένε ότι «όλα πάνε καλά». Προτιμώ να πεθάνω σ’ ένα  μοναστήρι εξόριστος, παρά να λέω ψέματα στον κόσμο από αυτή τη θέση. Λοιπόν, σήμερα δεν πάμε καλά. 

Άλλοτε υπήρξαν εποχές ευλογημένες. Διαβάστε. Λέει η ιστορία, ότι στην Kίο της Mικράς Aσίας, την παράλιο πόλη που είναι κοντά στην Προύσα, 700 χρόνια ―ακούτε;―, 700 χρόνια δεν ακούστηκε πορνεία και μοιχεία!

Tώρα; Tώρα γέμισε ο τόπος από πορνεία. σε κάθε δρόμο και σοκάκι. Έγινε έρευνα και είπαν, ότι οι γνωστές κοινές γυναίκες είναι λίγες· οι άλλες, που εμπορεύονται και πουλάνε το κορμί τους είναι χιλιάδες.

Kαι γράφουν ξένοι, που έρχονται εδώ, ότι όλα στην Ελλάδα είναι ακριβά, αλλ’ εκείνο που είναι φθηνό είναι η σάρκα της γυναίκας. Kαι αν αυτό συμβαίνει τον άλλο καιρό, τις ημέρες του Tριωδίου αυξάνει.  

Tώρα, που η Εκκλησία μας καλεί να μετανοήσουμε σαν τον Άσωτο, εμείς αντιθέτως, με μάσκες, μεταμφιέσεις, πάρτυ και χορούς, πέφτουμε σαν τα ακάθαρτα ζώα στην φοβερά αυτή αμαρτία.

Tα αποτελέσματα; Εμένα ρωτάτε; Σάπισαν τα νιάτα μας! Έννοια σου, κόσμε, που δεν ακούς τον Παύλο και την Εκκλησία, θα τα πληρώσεις τα «γραμμάτια» αυτά με τόκο και επιτόκιο.

Άντε τώρα, εσύ πατέρα, να παντρέψεις το κορίτσι σου. Πού να το δώσεις; Προτιμότερο να το ρίξεις σ’ ένα  λάκκο με ασβέστη, παρά να το δώσεις σε ένα σάπιο – έκφυλο νέο. 

Aντε τώρα εσύ νέε, που σε κορόιδεψαν οι κινηματογράφοι και τα θέατρα και σου είπαν ότι η ζωή είναι απόλαυσης και ηδονή, άντε να φτειάσεις οικογένεια. Θα γεννήσεις.  

Mα τα παιδιά σου δεν θα είναι πλέον εκείνοι οι λεβέντες, οι εύζωνοι, αλλά θα είναι κάτι κακιασμένα, κάτι ελεεινά, κάτι φοβερά πλάσματα, που ούτε με τα γάλατα ούτε με τα κοτόπουλα ούτε με τα άλλα θα μπορούν ν’ αποκτήσουν ρωμαλεότητα. 

Πού είναι εκείνα τα παιδιά, που βγαίνανε από μάνες λεβεντογένες, που ήταν καθαρές σαν το κρύσταλλο; Kαι έτσι βγήκανε εκείνα τα παιδιά, που ύψωσαν την Ελλάδα μας και την έφτασαν μέχρι Σόφια και Άγκυρα. 

Από τους σημερινούς έκφυλους και διεφθαρμένους νέους θα βγει μια νέα γενεά· με παιδιά κακιασμένα, τυφλά, κουτσά, ανάπηρα, βλακώδη. Αχ παιδί μου, θα τα βλέπεις και θα καίγεσαι.
Σάπισε η φυλή μας. Kαι τι θα γίνει;

Φοβάμαι μήπως έρθει καμιά καταστροφή πιο μεγάλη από τα Σόδομα και Γόμορρα, μήπως πέσει πάλι φωτιά. Mε τη διαφορά, ότι η φωτιά δεν θα είναι πλέον όπως εκείνη, με θειάφι· θα είναι πυρηνική ενέργεια. «Πόρνους και μοιχούς κρινεί ο Θεός» (Εβρ. 13,4). 

Θα καούμε!  

Έρχεται το τέλος του κόσμου αυτού, που έφυγε από το Θεό. Όπως το άλογο σπάει το χαλινάρι, έτσι κ’ εμείς. Xαλινάρι μας είναι το Ευαγγέλιο, οι εντολές του Θεού. Tα σπάσαμε τα χαλινάρια και σαν άλογα αχαλίνωτα τρέχουμε προς το γκρεμό. 

Ω Kύριε, ω Xριστέ! Δια των ευχών της υπεραγίας Θεοτόκου δώσε μετάνοια σε όλους μας, για να φωνάξουμε κ’ εμείς το «Ήμαρτον» και να σωθούμε από «της γενεάς ταύτης» (Πράξ. 2,40). Aμήν.

* * *

Iδού, αγαπητοί μου, ότι η αμαρτία έχει συνέπειες και σ’ αυτή τη ζωή. «Tα οψώνια της αμαρτίας θάνατος» (Pωμ. 6,23). Nαί. 

Όλο το χρόνο είναι ημέρες ασωτίας. Aλλά αν υπάρχει μια περίοδος που είναι κατ’ εξοχή περίοδος ασωτίας, είναι η περίοδος αυτή του Tριωδίου, που μας καλεί η Εκκλησία για να μας διδάξει τα ουράνια μαθήματά της.  

Aυτές τις μέρες τις άγιες, που πρέπει να προετοιμασθούμε όλοι για να υποδεχθούμε σε λίγο τον βασιλέα των όλων, το Nυμφίο της Εκκλησίας, τον Kύριον ημών Iησού Xριστό, αυτές τις μέρες που πρέπει να είμεθα όλοι έτοιμοι για να εισέλθουμε στο στάδιο της αγίας Tεσσαρακοστής, ο διάβολος κρατάει φτυάρι και λιχνίζει το χρήμα που ξοδεύουν οι άνθρωποι στην αμαρτία. Aπόκριες ίσον γλέντι, χοροί και διασκεδάσεις, παιχνίδια και ασωτία.

Aλλ’ όχι, αδελφοί μου. Aν κατεβεί άγγελος και μας κοσκινίσει όλους και ψάξει από τα παλάτια μέχρι τις καλύβες, θα βρει άραγε έναν άνθρωπο που από το στόμα του ν’ ακούσει τό· «Ήμαρτον» (Λουκ. 15,21) του ασώτου; 

«Ήμαρτον» ! Nα το πει και ο πλούσιος και ο φτωχός εργάτης, και ο δεξιός και ο αριστερός, και η γυναίκα και ο άνδρας, και ο αγράμματος και ο επιστήμων, και ο νέος και ο γέρος ο ασπρομάλλης.  

Aν πούμε το «Ήμαρτον», φτερά αγγέλων θα μας σηκώσουν ψηλά, μέχρι τον ουρανό. Διότι «χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ. 15, 10). 

Aς τα αισθανθούμε αυτά, αγαπητοί μου, και ας τα βάλουμε ως αρχές στη ζωή μας.  Aς σταματήσουμε την αμαρτία.    

Aς πούμε Άλτ στον διάβολο. Aρκετά, διάβολε.   

Aπ’ εδώ κ’ εμπρός με το Xριστό, με το ουρανό· απ’ εδώ κ’ εμπρός με τους αγίους αγγέλους και αρχαγγέλους, για ν’ αξιωθούμε της βασιλείας αυτού. Γένοιτο. 

† επίσκοπος Aυγουστίνος

http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=3205



Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

– Γέροντα Παϊσιε, σκέφτονται νὰ ἀρχίσουν νὰ καῖνε τοὺς νεκροὺς γιὰ λόγους ὑγιεινῆς καὶ γιὰ ἐξοικονόμηση χώρου. Εσείς τι λέτε;


nekroys

Το ερώτημα είναι κρίσιμο εάν ο «μεγάλος» Παπαδάκης πού πέθανε ξαφνικά εκεί πού δεν το περίμενε είχε αφήσει εντολή για την αποτέφρωσή του, ή, εάν κάποιοι δικοί του έκριναν και αποφάσισαν, εν αγνοία του νεκρού, την αποτέφρωση. Ο Χριστός είδε και ξέρει !


Του Ἁγίου Παϊσίου του Ἁγιορείτου


– Γιὰ λόγους ὑγιεινῆς είπες; Ἀκου κουβέντα τώρα ! Μά καλά, δὲν ντρέπονται και ποὺ τὸ λένε; Ὅλη τὴν ἀτμόσφαιρα τὴν ἔχουν μολύνει, τὰ ὀστᾶ τους πείραξαν; Τὰ ὀστᾶ στὸ κάτω-κάτω εἶναι καὶ πλυμένα!

Καὶ γιὰ ἐξοικονόμηση χώρου; Ὁλόκληρη Ἑλλάδα μὲ τόσα ρουμάνια καὶ δὲν βρίσκουν χῶρο;

Ἔβαλα τὶς φωνὲς σὲ ἕναν καθηγητὴ τοῦ Πανεπιστημίου γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Πὼς γιὰ τὰ σκουπίδια βρίσκουν τόσο τόπο καὶ γιὰ τὰ ὀστᾶ ποὺ εἶναι ἱερὰ δὲν βρίσκουν; Χάθηκε ὁ τόπος; Καὶ πόσα ὀστᾶ Ἁγίων μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνάμεσα σ’ αὐτά! Τὸ σκέφτονται αὐτό;

Στὴν Εὐρώπη καῖνε τοὺς νεκρούς, ὄχι γιατί δὲν ὑπάρχει χῶρος νὰ τοὺς θάψουν, ἀλλὰ γιατί θεωροῦν πρόοδο τὴν καύση τῶν νεκρῶν. Δὲν ἀνοίγουν κανένα δάσος, γιὰ νὰ κάνουν χῶρο, ἀλλὰ καῖνε τοὺς νεκρούς, τοὺς κάνουν σκόνη, γιὰ νὰ ἀνοίξουν χῶρο…

Βάζουν τὴν σκόνη σὲ ἕνα τόσο δὰ κουτάκι γιὰ περισσότερη εὐκολία καὶ αὐτὸ τὸ θεωροῦν πρόοδο. Τοὺς καῖνε τοὺς νεκρούς, γιατί θέλουν οἱ μηδενιστὲς νὰ τὰ διαλύσουν ὅλα, ἀκόμη καὶ τὸν ἄνθρωπο. Νὰ μὴ μείνει τίποτε ποὺ νὰ θυμίζει στοὺς ἀνθρώπους τοὺς γονεῖς, τοὺς παπποῦδες, τὴν ζωὴ τῶν προγόνων τους. Νὰ ξεκόψουν τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν παράδοσή τους. Νὰ τοὺς κάνουν νὰ ξεχάσουν τὴν ἄλλη ζωὴ καὶ νὰ τοὺς δέσουν σ’ αὐτή..

Ἔλειψε τελείως ὁ σεβασμός. Καὶ βλέπεις τώρα τί γίνεται! Πετᾶνε καὶ τοὺς γονεῖς στὰ γηροκομεῖα. Παλιὰ καὶ τὰ βόδια ἀκόμη τὰ γηροκομοῦσαν, δὲν τὰ ἔσφαζαν, γιατί ἔλεγαν: «Φάγαμε ψωμὶ ἀπὸ αὐτά». Καὶ τί σεβασμὸ εἶχαν στοὺς νεκρούς!

Θυμᾶμαι μὲ τί κίνδυνο πηγαίναμε νὰ τοὺς θάψουμε στὸν πόλεμο! Καλά, ὁ παπᾶς ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ πάει, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ποὺ τοὺς μετέφεραν μέσα στὰ χιόνια, μέσα στὴν παγωνιά, καὶ ἀπὸ πάνω νὰ πέφτουν ριπὲς συνέχεια! Τὸ 1945, στὸν ἀνταρτοπόλεμο, πρὶν πάω στρατιώτης, μὲ τὸν νεωκόρο κουβαλοῦσα τοὺς νεκρούς. Μπροστὰ πήγαινε μὲ τὸ θυμιατὸ ὁ παπᾶς. Μόλις σφύριζε βλῆμα, πέφταμε κάτω. Ἄντε μετὰ νὰ σηκωθοῦμε. Μόλις ἀκούγαμε ἄλλο, πέφταμε πάλι κάτω. Ἀργότερα στὸν στρατό, στὸν πόλεμο, ξυπόλυτοι ἤμασταν μέσα στὰ χιόνια καὶ μᾶς εἶπαν νὰ πᾶμε νὰ πάρουμε, ἂν θέλουμε, ἀρβύλες ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Κανένας δὲν κουνήθηκε...

Ἄχ, πᾶνε ἐκεῖνα τὰ καλὰ τὰ χρόνια!. Πᾶνε σιγά-σιγά τὸν ἄνθρωπο νὰ τὸν ἐξευτελίσουν. Ἄχ, γι’ αὐτὸ θὰ βρεθεῖ πολὺς τόπος τώρα! Θὰ βρεθεῖ πάρα πολὺς τόπος.... 

πηγή _Βιβλίο: «Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο», Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι Α’.

UP

tafi nekron

 
Αρχαίοι Χριστιανικοί τάφοι σε εκατέρωθεν διαζώματα από την εποχή τών διωγμών...

Αποτέφρωση του σώματος

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ Νεκτάριος

Μετά την αποτέφρωση του σώματος ενός δημοσιογράφου-παρουσιαστή διάβασα αρκετά σχόλια: άλλα απολογητικά εναντίον της αποτεφρώσεως, άλλα υποστηρικτικά της τελέσεως κηδείας σε όσους πρόκειται να αποτεφρωθούν.

Προσωπικά, θεώρησα ενοχλητικό κάτι που διάβασα σε «σουπεράκι» τηλεοπτικής εκπομπής: «εντείνονται οι αντιδράσεις για την αποτέφρωση του παρουσιαστή»… Τι σημαίνει εντείνονται οι αντιδράσεις και ποιός αντιδρά; Κάποιοι που το παίζουν εκκλησιαστικοί συντάκτες και δημιουργούν τεχνητές εντάσεις σε εκπομπές; Ή άλλοι, που την αθεΐα τους την εξαργυρώνουν στα payrolls καναλιών; Και σε τι αποσκοπούν αυτού του είδους τα ρεπορτάζ; Σε αυτές τις χυδαιότητες θα πρέπει να αντιδρούμε.

Τα πράγματα με την εξόδιο ακολουθία και την ταφή είναι απλά και ξεκαθαρισμένα ήδη από τα Αποστολικά χρόνια. Η Εκκλησία συνέδεσε την εξόδιο ακολουθία με την ταφή του σώματος, και την ταφή την συνέδεσε με την Ανάσταση. Τόσο ισχυρή είναι αυτή η σύνδεση ώστε στους τρεις πρώτους αιώνες των διωγμών οι παγανιστές διώκτες έκαιγαν τα σώματα των μαρτύρων ώστε αυτά «να μην αναστηθούν». Τόσα καταλάβαιναν, αυτά τα ανόητα έκαναν.
Στην Εκκλησία δεν υπήρξε ποτέ συζήτηση για άλλη μεταχείριση του νεκρού σώματος. Εκτός από τις τελευταίες δεκαετίες επειδή επηρεασμένοι από λανθασμένες αποφάσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και των Προτεσταντών θέλουμε να αποδομήσουμε και να ερμηνεύσουμε κατά το δοκούν όλα όσα η Παράδοση έχει διασώσει. Τώρα, αν κάποιοι εκκλησιαστικοί θέλουν να καθίσουμε και να φιλοσοφήσουμε περί ταφής και αποτεφρώσεως, μπορούμε να το κάνουμε για ώρες και ημέρες. Αλλά η πρακτική της Εκκλησίας είναι δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη.

Οπότε, αν κάποιος ο οποίος δεν θεωρεί τον εαυτό του μέλος της Εκκλησίας επιλέγει την αποτέφρωση, καλά πράττει. Δεν τον κρίνω, ούτε σχολιάζω την πράξη του. Σέβομαι την ελευθερία του.

Αν κάποιος ο οποίος δεν θεωρεί τον εαυτό του μέλος της Εκκλησίας και επιλέγει την αποτέφρωση και η οικογένειά του για δικούς της λόγους επιθυμούν εκκλησιαστική ακολουθία τότε έχω πρόβλημα. Σέβομαι την απόφαση και την ελευθερία του κεκοιμημένου προσώπου και δεν πράττω κάτι το οποίο δεν επιθυμούσε και απέρριπτε.

Αν κάποιος ισχυρίζεται πως είναι μέλος της Εκκλησίας και επιθυμεί την αποτέφρωση του σώματός του τότε κάποιο σοβαρό λάθος κάνει. Η Εκκλησία ούτε τέτοια παράδοση έχει, ούτε διδάσκει τέτοια πράγματα.

Υπάρχουν και εξαιρέσεις (γεγονότα τα οποία αντιμετωπίζω στην Μητρόπολη Χονγκ Κονγκ και Άπω Ανατολής):

Περιπτώσεις χριστιανών οι οποίοι πεθαίνουν σε χώρες όπου η ταφή είναι απαγορευμένη. Ή άλλες περιπτώσεις όπου ο κεκοιμημένος επιθυμούσε την εκκλησιαστική ταφή αλλά η οικογένεια την απορρίπτει. Εδώ τελώ μόνος μου (ή κάποιος κληρικός της Μητροπόλεως) την εξόδιο ακολουθία στον Ναό και αποδίδω τον πρέποντα εκκλησιαστικό αποχαιρετισμό στους αδελφούς που κοιμήθηκαν.

Τέλος, στις αιτιάσεις ορισμένων ότι ο δείνα Επίσκοπος «κάνει οικονομία» και τελεί εξόδιο ακολουθία σε όσους πρόκειται να αποτεφρωθούν απαντώ ότι δεν κρίνω τι αποφάσεις λαμβάνει κάθε Επίσκοπος στην Επισκοπή του. Ο κάθε Επίσκοπος είναι υπόλογος στην Σύνοδό του και στον Μέγα Αρχιερέα Χριστό.

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...Πολύ εύστοχη η ανάλυση του θέματος από τον Σεβασμιώτατο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επισήμανση του, ότι η αποδόμηση της Παράδοσης που γίνεται τα τελευταία χρόνια προέρχεται από λανθασμένες αποφάσεις Ρωμαιοκαθολικών καί Προτεσταντών, οι οποίες δυστυχώς επηρεάζουν καί μερικούς Ορθοδόξους.
Αναδεικνύεται για άλλη μία φορά, ότι οι διάφορες παρεκκλίσεις καί καινοτομίες έχουν την προέλευση τους στην Δύση καί κατόπιν εισέρχονται καί στον Ορθόδοξο χώρο. 12 Ιανουαρίου 2026 στις 8:02 μ.μ.

Ανώνυμος είπε...Στην Αθήνα αρχίζουν καί κάνουν κηδεία και ας πάνε μετά για "βίαιο"αφανισμό στην Ριτσώνα!!

Η εκκλησία πρέπει να είναι ξεκάθαρη γιατί δεν μαζεύεται μετά η μόδα της αποτέφρωσης...
13 Ιανουαρίου 2026 στις 6:36 π.μ.

Ανώνυμος είπε...Ευχαριστούμε, Σεβασμιώτατε! 13 Ιανουαρίου 2026 στις 9:29 μ.μ.

Θεόδωρος Μακάριος είπε...Στην Αθήνα και αλλού πρέπει να επανέλθει η κανονική και νομιμη διαδικασία κηδείας και ταφής. Οποιος ιερέας τέλει τη νεκρωσιμο ακολουθία, ο ίδιος με την άδεια στο χέρι, να συνοδεύει στο κοιμητήριο και να κάνει την ταφή. Όχι άλλος είναι στην εκκλησία και άλλος κάνει ταφή. Έτσι δεν υπάρχει έλεγχος. 14 Ιανουαρίου 2026 στις 9:26 π.μ.



Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

Χριστούγεννα στις λησμονημένες πατρίδες…


Στα Φάρασα της Καππαδοκίας γιορτάζαμε τη Γέννηση του Χριστού με μεγαλοπρέπεια, φυλάγοντας με ευλάβεια όλες τις παραδόσεις.

Τήν ήμέρα εκείνη, αλλά και όλες τις μέρες του Δωδεκαήμερου, οί Φαρασιώτες εκεί στα βάθη της Μικράς Ασίας, νιώθαμε ελεύθεροι από τους Τούρκους, δεν ήμασταν σκλάβοι κανενός, γιατί ζούσαμε με τον Χριστό, πού ήταν ό μόνος Αφέντης και Κύριος μας.

΄Οταν άρχιζε ή Σαρακοστή των Χριστουγέννων, όλα στο σπιτικό άλλαζαν. Παράλληλα με τήν καθαριότητα τών χώρων οί Βαρασιώτες φρόντιζαν και για τον καθαρισμό της ψυχής. Τηρούσαν με πολλή εύλάβεια την Σαρακοστή. Το κρέας, τα γαλακτοκομικά και ό,τι άλλο αρτύσιμο έδιναν τη θέση τους στά όσπρια και στά χορταρικά.


Άπό χορταρικά, δόξα τω Θεώ, είχαμε πολλά στα Φάρασα. Μέχρι του Αγίου Σπυρίδωνος πού επιτρεπόταν νά φάμε ψάρι, πηγαίναμε στο ποτάμι, σπάζαμε τον πάγο, επειδή συνήθως τα νερά εκείνον τον καιρό ήταν παγωμένα, και ψαρεύαμε.

Τά ΄Αγια Δωδεκαήμερα ήταν οι μέρες πού μαζεύονταν και ξανασμίγανε οί διασκορπισμένες οικογένειες. 0ι ξενιτεμένοι προσπαθούσαν νά βρίσκονται στά Φάρασα, κοντά στους δικούς τους, γιά νά γιορτάσουν όλοι μαζί...

Ή παραμονή των Χριστουγέννων :

΄Οταν έφθανε ή παραμονή των Χριστουγέννων, οί νοικοκυρές ανασκουμπώνονταν και ετοίμαζαν το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. ΄Επλαθαν τά κουλούρια και τά Χριστόψωμα με μεράκι και φροντίδα. ΄Εκαναν τά γλυκά τους και τον χαλβά άπό σιμίντρι.

Άπό τό βράδυ της παραμονής, και κάθε βράδυ του Δωδεκαημέρου, οί νοικοκυρές έβγαιναν με τά
θυμιατά και θυμιάζανε τις αυλές, τους στάβλους και όλο τό σπίτι. Στο ράφι, κοντά στο Εικονοστάσι, άναβαν τον κόντζορο.
Εκεί παρέμενε αναμμένος όλο τό Δωδεκαήμερο, μέχρι τά Φώτα.

Τήν παραμονή ό χαιρετισμός τών Βαρασιωτών ήταν «Χριστός γεννάται», «αληθώς γεννάται».
Ανήμερα βεβαίωναν το γεγονός με τον χαιρετισμό «Χριστός έτέχθη», «αληθώς έτέχθη».
Την παραμονή γινόταν και ή ανταλλαγή τών δώρων μεταξύ συγγενών, νουνών και βαφτιστικών,αντάλλασσαν τσουρέκια και Χριστόψωμα"

Ολα συνοδεύονταν με ευχές και ευλογίες. Φρόντιζαν επίσης τις άγιες αυτές μέρες να μή λείπη τίποτε και άπό το τραπέζι του ορφανό και της χήρας.

Ή ημέρα τών Χριστουγέννων…

΄Οταν κατά το χάραμα χτυπούσε το σήμαντρο πού καλούσε τους πιστούς στην Εκκλησία, τους έβρισκε όλους ξύπνιους. ΄Επαιρναν οι μεγαλύτεροι από μία δάδα αναμμένη, για νά φωτίζουν τή στράτα τους, και όλοι μαζί κινούσαν γιά τήν Εκκλησία.
Έκεί οί γυναίκες ανέβαιναν στον γυναικωνίτη και οί άνδρες έμεναν κάτω. Με πολλή κατάνυξη παρακολουθούσαν τή Θεία Λειτουργία. Στο «Μετά φόβου» όλοι μεταλάμβαναν τών Άχραντων Μυστηρίων, αφού προηγουμένως φρόντιζαν νά αλληλοσυγχωρεθούν.

Οταν τελείωνε ή Θεία Λειτουργία, έβγαινε ό Παπάς στην Ωραία Πύλη και ευλογούσε τους πιστούς λέγοντας: «Χριστός έτέχθη». Και το εκκλησίασμα απαντούσε: «Αληθώς έτέχθη».
Ευχόταν έπειτα ό ένας στον άλλον «υγεία και ελευθερία» και έπαιρναν τον δρόμο γιά τά σπίτια τους, ενώ ή μέρα είχε κιόλας χαράξει.

Έκεί τους περίμενε πάνω στην παρκαμίνα ή ζεστή σούπα, φτιαγμένη με βραστό κρέας και βρυσέλινα. Δεν έλειπε άπό το τραπέζι τους και το «μαλέζι», πού το έφτιαχναν με σιτάλευρο καβουρντισμένο με αγνό βούτυρο. Αυτό ήταν το παραδοσιακό γλυκό.

Τήν ήμερα τών Χριστουγέννων τά σήμαντρα και οί καμπάνες χτυπούσαν συνέχεια.Ολοι οι Φαρασιώτες έψαλλαν και πανηγύριζαν. Ακόμη και οί Τούρκοι πού τύχαινε νά βρίσκωνται στά Φαρασα τραγουδούσαν και πανηγύριζαν κι εκείνοι μαζί τους.

΄Ολη τήν ήμερα οί νέοι και οι νέες ντυμένοι με τις γιορτινές τους φορεσιές επισκέπτονταν τά συγγενικά σπίτια, φιλούσαν τά χέρια τών ηλικιωμένων και αντάλλασσαν ευχές. Εύχονταν «καλωσύνη και υγεία».

Με το σουρούπωμα άρχιζαν οί επισκέψεις στους εορτάζοντες. 0ι επισκέπτες δεν τους πήγαιναν δώρα. Το δώρο ήταν ή τιμή νά τους επισκεφθούν και νά τους ευχηθούν.

Έδώ στην Ελλάδα λένε: «Πάμε νά γιορτάσουμε τον τάδε». 0ι Φαρασιώτες λέγανε: «Πάμε νά ζήσουμε τον τάδε», δηλαδή «πάμε νά του ευχηθούμε νά ζήση και νά εύτυχήσει !  ( σσ. Αθάνατες ευχές, πού τώρα πού έχουμε χάσει αυγά και καλάθια…)

(Τα Φάρασα της Καππαδοκίας.εκδ. Ι.Ησ. Αγ. Ι.Θεολόγου. Σουρωτή Θεσσαλονίκη)

ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΩΝ ΣΤΟ ΑΪΒΑΛΗ…

( από μιά αλησμόνητη περιγραφή του  Φώτη Κόντογλου από το Αϊβαλή της Μικράς Ασίας)

«Κρύο τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. Ό αγέρας σα νά 'τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μά ό κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τά φανάρια με το πετρόλαδο. Τά μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα άπ' όλα τά καλά.
Ό κόσμος μπαινόβγαινε και ψώνιζε, άπό τό 'να το μαγαζί έβγαινε, στ' άλλο έμπαινε. Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.

Οι μεγάλοι καφενέδες ήτανε γεμάτοι καπνό άπό τον κόσμο πού φουμάριζε. Ό καφενές τ' Ασημένιου είχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Είχε μέσα δυο σόμπες, και τά τζάμια ήτανε θαμπά, άπ' όξω έβλεπες σάν ήσκιους τους ανθρώπους. Οι μουστερήδες είχανε βγαλμένες τις γούνες άπό τή ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυρέοι.

Κάθε τόσο άνοιγε ή πόρτα και μπαίνανε τά παιδιά πού λέγανε τά κάλαντα. Άλλα μπαίνανε, άλλα βγαίνανε. Και δέν τά λέγανε μισά και μισοκούτελα, μά τά λέγανε άπό τήν αρχή ίσαμε τό τέλος, μέ φωνές ψαλτάδικες, οχι σάν και τώρα, πού λένε μοναχά πέντε λόγια μπρούμυτα κι ανάσκελα, και κείνα παράφωνα.

Άπ' όξω περνούσε κόσμος βιαστικός, μέ γέλια καί μέ χαρές. Άπό 'δώ κι άπό κει ακουγόντανε τά παιδιά πού λέγανε τά κάλαντα στά μαγαζιά.

Ή ώρα περνούσε κι άνάριευε σιγά-σιγά ό κόσμος. Τά μαγαζιά σφαλούσαν ένα-ένα. Μοναχά μέσα στά μπαρμπεριά ξουριζόντανε ακόμα κάτι λίγοι.

Στο τσαρσί λιγόστευε ή φασαρία, μά στους μαχαλάδες γυρίζανε τά παιδιά μέ τά φανάρια καί λέγανε τά κάλαντα στά σπίτια. Οι πόρτες ήτανε ανοιχτές, οι νοικοκυρέοι, οι νοικοκυράδες καί τά παιδιά τους, όλοι ήτανε χαρούμενοι, κι ύποδεχόντανε τους ψαλτάδες, καί κείνοι άρχίζανε καλόφωνοι σάν χοτζάδες:

Καλήν έσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας, Χριστού την Θείαν γέννησιν να πω στ'αρχοντικό σας. Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ πόλει, οι ουρανοί άγάλλονται, χαίρει ή κτίσις όλη...
 

Κι άφού ξιστορούσανε όσα λέγει τό Ευαγγέλιο, τον Ιωσήφ, τους αγγέλους, τους τσομπάνηδες, τους μάγους, τον Ηρώδη, τό σφάξιμο των νηπίων καί τήν Ραχήλ πού έκλαιγε τα τέκνα της, ύστερα τελειώνανε μέ τούτα τά λόγια:

Ιδού οπού σας είπαμεν όλην την ιστορίαν, του Ίησού μας του Χριστού γέννησιν την άγίαν. Και σας καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθείτε, ολίγον ύπνον πάρετε και πάλιν σηκωθείτε. Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθείτε, στην έκκλησίαν τρέξατε, με προθυμίαν μπείτε.

Ν' ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το άρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρόν σας κάμετε, γευθείτε, ευφρανθείτε, δότε και κανενός πτωχού, όστις να υστερείται. Δότε κι εμάς τον κόπον μας, ό,τ'είναι ορισμός σας, και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.

Και εις έτη πολλά.!


Μπαίνανε στο σπίτι με χαρά, βγαίνανε με πιό μεγάλη χαρά. Παίρνανε αρχοντικά φιλοδωρήματα από τον κουβαρντά τον νοικοκύρη, κι άπό τη νοικοκυρά λογιών-λογιών γλυκά, πού δεν τα τρώγανε, γιατί ακόμα δέν είχε γίνει ή Λειτουργία, άλλα τα μαζεύανε μέσα σε μιά καλαθιέρα. 

Άβραμιαία πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οι άνθρωποι και γινήκανε σάν ξερίχια άπό τον πολιτισμό! Πάνε τά καλά χρόνια!

Όλα γινόντανε όπως τά 'λεγε το τραγούδι: Πέφτανε στά ζεστά τους και παίρνανε έναν ύπνο, ώσπου αρχίζανε και χτυπούσανε οι καμπάνες άπό τις δώδεκα Εκκλησιές της χώρας. Τί γλυκόφωνες καμπάνες! Όχι σάν τις κρύες τις ευρωπαϊκές, πού θαρρείς πώς είναι ντενεκεδένιες!

Στολιζόντανε όλοι, βάζανε τά καλά τους, και πηγαίνανε στην εκκλησιά.
Σάν τελείωνε ή Λειτουργία, γυρίζανε στά σπίτια τους. Οι δρόμοι αντιλαλούσανε άπό χαρούμενες φωνές. Οι πόρτες τών σπιτιών ήτανε ανοιχτές και φεγγοβολουσανε. Τά τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ' άσπρα τραπεζομάντιλα, κι είχανε απάνω ό,τι βάλει ό νους σου
.

Φτωχοί και πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οι αρχόντοι στέλνανε άπ' όλα στους φτωχούς. 

Κι αντίς να τραγουδήσουνε στα τραπέζια, ψέλνανε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε» « Ή Παρθένος σήμερον τον ύπερούσιον τίκτει» « Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον.»

'Αφού εύφραινόντανε άπ' όλα, πλαγιάζανε άξέγνοιαστοι, σαν τ' αρνιά πού κοιμόντανε κοντά στο παχνί, τότες πού γεννήθηκε ό Χριστός, εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας.»