Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

«Έργα και ημέραι» σύγχρονων Αγίων της εποχής μας…





«Ο  μακαριστός γέροντάς μου «Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής καί Σπηλαιώτης»  ενεργοῦσε μόνο μετά ἀπό εσωτερική πληροφορία από τον Θεό καί ποτέ δέν ἐπιχειροῦσε κάτι χωρίς προηγουμένως νά κάνει προσευχή.
Καί γι᾿ αὐτό μποροῦσε νά πῇ: «Ἐγώ πᾶν ὅ,τι πράττω, ἐν γνώσει καί μέ φόβο Θεοῦ τό ποιῶ».

Καμιά φορά τόν ρωτούσαμε γιά κάτι, πού εἴχαμε τήν πρόθεσι νά κάνουμε στό μέλλον, κι᾿ ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε ὅτι θά μᾶς ἔλεγε τήν ἑπομένη, γιά νά μπορέσῃ νά προσευχηθῇ πρῶτα.
Κάποτε μᾶς εἶπε ἀποβραδύς:

-- Παιδιά, ἑτοιμασθῆτε καί τό πρωΐ, χαράματα, πάρτε τούς ντορβάδες σας καί πᾶτε στό τάδε μέρος νά φορτώσετε ξύλα. Τό πρωΐ, ἐνῶ εἴχαμε ἑτοιμασθῆ, μᾶς εἶπε:
---  Δέν θά πᾶτε.
--Μά, Γέροντα, δέν εἴπατε ὅτι θά πᾶμε;
--Δέν ἔχω ( τώρα ) πληροφορία…
Διότι τό βράδυ ἔκανε προσευχή γι᾿ αὐτήν τήν ὑπόθεσι, ἄν πρέπει νά πᾶμε ἤ ὄχι.
Ὅ,τι ἔκανε, τό ἔκανε κατόπιν πληροφορίας ἀπό τόν Θεό καί γι᾿ αὐτό ὁ Γέροντας δέν ἔκανε κάτι καί ὕστερα νά μεταμεληθῇ. Γιά μᾶς ἦταν πηδάλιο. Μᾶς ἔλεγε ὅτι:

« Όταν θέλῃ κανείς νά πληροφορηθῇ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ (στήν περίπτωσι πού δέν μπορεῖ νά ἐπικοινωνήσῃ μέ τόν Πνευματικό του), νά ἀφήσῃ τελείως τίς δικές του σκέψεις καί νά προσευχηθῇ τρεῖς φορές, καί ὅπου κλίνῃ ἡ καρδιά του, ἐκεῖνο νά κάνῃ καί θά εἶναι κατά Θεόν.
Ἀλλά ἐκεῖνοι, πού ἔχουν περισσότερη πρόοδο καί παρρησία στήν προσευχή τους, ἀκούουν εὐκρινέστερα τήν πληροφορία καί ἐνίοτε ἡ πληροφορία σχηματίζεται μέ φωνή ἤ ὀπτασία. Συνήθως ἔτσι ἐπληροφορεῖτο ὁ Γέροντας…



Καίτοι ἀπομονωμένος μέσα στό κελλί του, ἔδειχνε ὅτι γνώριζε τί συμβαίνει, ἔξω, πῶς κινούμεθα καί πῶς πορευόμεθα.
Κάποτε, ἐνῷ ἦταν κλεισμένος μέσα στό κελλάκι του κι᾿ ἔκανε προσευχή, χτυπάει ἡ πόρτα, (εἶχε ἔρθει ὁ πατήρ Ἀθανάσιος, ἀλλά δέν τό ἤξερε ὁ Γέροντας πώς θά ἐρχόταν).
--Ἄνοιξε, πάτερ Ἀθανάσιε, τοῦ εἶπε.
--Πῶς ἤξερες, Γέροντα ὅτι θά ἐρχόμουν;
Καί ἀπαντᾶ ὁ Γέροντας:
--Καλά, δέν ἐρχόσουν ἀπό ἐκεῖνο τόν δρόμο καί πέρασες ἀπό τήν σπηλιά πού είναι ἡ Παναγία, ἄναψες τό καντηλάκι, κάθισες λίγο καί ξεκουράστηκες, κι᾿ ἀπό ᾿κεῖ τώρα ἦρθες ἐδῶ;
--Ναί.
--Σέ παρακολουθῶ ἀπό ποῦ ἔρχεσαι.
Ὁ πατήρ Ἰωσήφ ὁ νεώτερος, πλησίασε τότε τόν Γέροντα ζητώντας νά μάθῃ τόν τρόπο πού τό πληροφορήθηκε και αὐτός τοῦ εἶπε τά ἑξῆς:

«Εἶναι καλύτερα νά σοῦ εὐχηθῶ νά τό αἰσθανθῇς μᾶλλον, παρά νά μάθῃς τό πῶς γίνεται σάν ξερή γνῶσι. Όμως, ἀφοῦ ἐπιμένεις, ἄκουσε:

Καθόμουν ἐδῶ στό παράθυρο μου γονατιστός, στά κουρέλια μου, κι᾿ ἔλεγα τήν εὐχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με».
Σέ μιά στιγμή, ὅπως κρατοῦσα τόν νοῦ μου στήν ἐνέργεια τῆς ευχής, αὐξήθηκε περισσότερο τό Φῶς καί ὁ νοῦς μου ἄρχισε νά πλατύνεται καί νά περισσεύῃ τόσο, πού ὅλα ἔγιναν φωτεινά πλέον καί ἔβλεπα ὅλη τήν πλευρά τοῦ τόπου μας.

Ἀπό τά Κατουνάκια ὥς τά Μοναστήρια κάτω...μέχρι τήν Δάφνη! καθώς καί πίσω μου καί τίποτα δέν μοῦ ἦταν ἀφανές ἤ ἄγνωστο. Τό δέ Φῶς ἐκεῖνο δέν ἦταν ὅπως τό φυσικό πού δίνει ὁ ἥλιος ἤ τό τεχνητό πού κάνουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά ἦταν Φῶς ἐξαίσιο, λευκό, ἄϋλο, πού δέν εἶναι μόνον ἀπ᾿ ἔξω, καθώς τοῦτο τό φυσικό, πού ἐπιτρέπει στούς ἔχοντας ὅρασι νά βλέπουν ἐξωτερικά.
Τό Φῶς ἐκεῖνο εἶναι καί μέσα στόν ἄνθρωπο καί τό αἰσθάνεται σάν δική του πνοή καί τόν γεμίζει σάν τροφή καί ἀναπνοή καί τόν ἐλαφρύνει ἀπό τό φυσικό του βάρος καί τόν μεταμορφώνει ἔτσι, ὥστε νά μήν ξέρῃ, ἄν ἔχῃ σῶμα καί βάρος ἤ περιορισμό τινά.

Τότε, εἶδα καί τόν Ἀθανάσιο νά ἔρχεται πρός ἐμᾶς ἀπό τήν στράτα τοῦ Ἁγίου Παύλου φορτωμένος μέ τόν μεγάλο ντορβᾶ του καί ἔμεινα νά τόν παρακολουθῶ, ἕως ὅτου ἦρθε μέχρις ἐδῶ. Τόν ἔβλεπα σ᾿ ὅλες του τίς κινήσεις, πού καθόταν νά ξεκουραστῇ, ἤ ἀκουμποῦσε τό φορτίο του, στή πηγή τῆς Ἁγίας Ἄννας, στό μύλο, ὅπου σταμάτησε καί ἤπιε νερό, καί μέχρι πού ἔφτασε στήν πόρτα μας καί πῆρε τό κλειδί καί ἄνοιξε καί μπῆκε μέσα καί ἦρθε μπροστά μου καί ἔβαλε μετάνοια. Ἀλλά τί εἶναι αὐτό καί σᾶς ἔκανε τόση κατάπληξι;
Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἄνθρώπου καθαρισθῇ καί φωτισθῇ, ἐκτός τοῦ ὅτι ἔχει τόν δικό του φωτισμό, χωρίς τήν προσθήκη τῆς Θείας Χάριτος, βλέπει καί πέραν τῶν δαιμόνων, καθώς λέγουν οἱ Πατέρες, τότε δέχεται ἐπιπροσθέτως καί τόν φωτισμό τῆς Θείας Χάριτος, ὥστε αὐτή νά μπορῇ νά μένῃ μόνιμα σ᾿ αὐτόν καί τότε τόν ἁρπάζει σέ θεωρίες καί ὁράσεις, ὅπως καί ὅσο γνωρίζει αὐτή…
Μπορεῖ ὅμως καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, ὅταν θέλῃ νά δῇ, ἤ νά μάθῃ κάτι πού τόν ἐνδιαφέρει, νά τό ζητήσῃ στήν προσευχή του καί νά ἐνεργήσῃ ἡ Χάρις νά τοῦ πληρώσῃ τό αἵτημα, ἐπειδή τό ζήτησε αὐτός. Νομίζω ὅμως ὅτι οἱ εὐλαβεῖς ἀποφεύγουν νά τό ζητοῦν αὐτό ἐκτός μεγάλης ἀνάγκης. Πάντως, ὁ Κύριος «θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτόν ποιήσει καί τῆς δεήσεως αὐτῶν ἐπακούσεται».1

.............

Επίσης μαζί μέ τούς πολλούς ὀνειδισμούς πού ἄκουγα συνέχεια ἀπό τόν Γέροντα, πολλές φορές μέ προσφώνησε αὐθόρμητα: «ἅγιε καθηγούμενε». Ἐγώ φυσικά δέν ἔδινα σημασία καί τό ξέχασα, ἀφοῦ μοῦ φαινόταν ὅτι μέ πείραζε χαϊδευτικά.
Ἀλλά οἱ ἄλλοι τό παρατήρησαν, διότι δέν προσφώνησε κανέναν ἄλλον ἔτσι. Λέγανε μεταξύ τους μέ ἀπορία:
«Τό Γιαννάκι θά γίνῃ ἡγούμενος;» Καί αφοῦ τό εἶπε μερικές φορές, σκεφτόντουσαν «Ἀσφαλῶς θά γίνῃ».

Ἀργότερα, ὅταν ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία του καί ἔγινα ἡγούμενος, μοῦ τό ὑπενθύμισαν οἱ παραδελφοί μου. Ἦταν πεπεισμένοι ὅτι τό προέβλεψε ὁ Γέροντας…»

Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου,
Αριζόνα, ΗΠΑ
Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο:
Ὁ Γέροντάς μου Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής καί σπηλαιώτης”
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου



Ο πόλεμος των λογισμών…



Όταν ήμουν αρχάριος, άρχισαν να δουλεύουν μέσα μου οι λογισμοί φυγής. Ένας λογισμός μού θύμιζε το σπίτι μου, άλλος τον πνευματικό στον κόσμο που ήθελε να κάνουμε μοναστήρι, άλλος λογισμός μού έλεγε να γυρίσω πίσω. Πω! Πω! Πω! Ασταμάτητη ροή! Εγώ αγωνιζόμουν και αντιστεκόμουν εναντίον των λογισμών.
Μου έλεγε ο πολύπειρος Γέροντάς μου, ο Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης (1897–1959):
–Εντάξει, όλα καλά. Μην αφήνεις τα καθήκοντά σου, την αγρυπνία σου, τον κανόνα σου, την προσευχή σου και τότε δεν θα επικρατήσει ποτέ ο διάβολος της φυγής.
Κράτησα τα καθήκοντά μου επιμελώς και, πράγματι, όπως το είπε ο Γέροντας, ήλθε μια στιγμή που όλοι οι λογισμοί έφυγαν και, ξαφνικά, έγινε τόσο όμορφη και αγαπητή η έρημος, αυτή που πρώτα μου φαινόταν μαύρη και σκοτεινή, γιατί πήγαινε το μυαλό μου προς τα έξω. Με τις ευχές του πατρός μου, με βοήθησε η Χάρις του Θεού και απαλλάχτηκα από τον πόλεμο των δαιμόνων και άλλαξαν τα πάντα μέσα μου.

Επίσης, όταν οι λογισμοί της υπερηφάνειας και της αμέλειας μάς πολεμούσαν, ο Γέροντας μάς δίδασκε να τους αντιμετωπίζουμε με τέλεια περιφρόνηση και αδιαφορία:
–Κρατάτε την Ευχή! Φουρτούνα είναι, θα περάσει. Θα υποχωρήσει. Όταν αντιστέκεστε και κρατάτε το μέτωπο γερά και δεν χάνετε το θάρρος σας, τα πάντα υποχωρούν! Ούτως ή άλλως, αυτή είναι η τακτική του διαβόλου: να επιτίθεται για να σπάσει το μέτωπο, να ρίξει το τείχος και να γκρεμίσει ό,τι όρθιο υπάρχει. Να κρατάτε το τείχος γερά και αυτός θα υποχωρήσει. Και, πράγματι, οι λογισμοί υποχωρούσαν.


Στον Γέροντα φανέρωνα τα πάντα με την ειλικρινή και καθαρή εξομολόγηση όλων των λογισμών μου. Δεν άφηνα απωθημένα μέσα μου, γιατί ήξερα ότι αυτά είναι σάπια πράγματα. Και κάθε τι σάπιο έχει τη δυσοσμία του, έχει τη βρώμα του, με αποτέλεσμα να μη νοιώθω όμορφα, αφού θα βρώμιζαν τη ψυχή μου. Γνώριζα πως ένα λογισμό να δεχόμουν ή να απέκρυπτα, η ψυχή μου θα γινόταν άνω–κάτω. Και το καταλάβαινα από την πίεση που μου δημιουργούσαν για να τους δεχτώ.
Λοιπόν, αγώνας! Μάχη στήθος με στήθος. Έλεγα γι’ αυτό μου τον πόλεμο στον Γέροντα και αυτός, ως πολυέμπειρος πολεμιστής του πνεύματος, μου απαντούσε:
–Δεν είναι τίποτε αυτά. Μη φοβάσαι. Είναι σαν εκείνον τον αδελφό στα Πατερικά βιβλία που πελάγωσε και λέει: «Γέροντα, τόσοι λογισμοί–τόσα πάθη! Πώς θα μπορέσω εγώ να τα ξεριζώσω; Για τ’ όνομα του Θεού, Γέροντα! Πελάγωσα!». Και του λέει ο έμπειρος Αββάς: «Παιδί μου, οι λογισμοί δεν ξεπηδούν όλοι μαζί μαζεμένοι. Δεν ξεσηκώνονται όλα τα πάθη μονομιάς να σε πνίξουν». Τώρα θα ξεπηδήσει ο σαρκικός λογισμός. Χτύπα τον, κόψε τη φαντασία. Το πρόσωπο που σε σκανδαλίζει διώξ’ το, σβήσ’ το, όπως σβήνεις έναν διάβολο από τη φαντασία σου, όπως σβήνουμε κάτι μ’ ένα σφουγγάρι. Σβήσε την εικόνα και κράτα την Ευχή. Τελείωσε η υπόθεση. Τον στραγγάλισες τον λογισμό. Θα ξαναρθεί; Στραγγάλισέ τον ξανά. Λοιπόν, έρχεται λογισμός αμέλειας και σου λέει: «Κοιμήσου»; – «Όχι, γιατί να κοιμηθώ;». Έρχεται λογισμός κατακρίσεως και σου ψιθυρίζει: «Πες αυτό το λόγο!» – «Όχι, δεν θα τον πω!». Έτσι, γίνεται ο πόλεμος!


Ήμουν ήδη σ’ αυτή τη συνοδεία ως δόκιμος εννιά μήνες κι είχα γνωρίσει πλέον καλά τη ζωή και την τάξη της, καθώς και την καθημερινή παιδεία από τον σοφό Γέροντά μας. Με τις ευχές του, ακολουθούσα το τυπικό κανονικά. Φυσικά, σ’ αυτό το διάστημα, οι πόλεμοι των λογισμών δεν έλειπαν. Ο διάβολος προσπαθούσε μετά μανίας να μου κλονίσει την πίστη προς τον Γέροντά μου και την εμπιστοσύνη μου στη διάκρισή του, για να με βγάλει έξω από την υπακοή. «Όχι», αντέλεγα στον λογισμό, «αυτό δεν θα γίνει ποτέ!». Αυτός συνέχιζε τις προσβολές. «Εδώ, θα παλέψουμε. Δεν θα υποχωρήσω· προτιμώ να πεθάνω!».
Ο Γέροντας, βλέποντας τους λογισμούς μου και τον αγώνα μου και θέλοντας να με δοκιμάσει, σαν έμπειρος στρατηγός, μου λέει:
–Πώς θα τα βγάλεις πέρα, εσύ, μια σταλιά άνθρωπος και τιποτένιος; Είσαι φουσκωμένος από λογισμούς. Κοίταξε τί πολέμους που έχεις! Δεν πιστεύω να τα βγάλεις πέρα!
Εγώ σήκωσα τ’ ανάστημά μου και του λέω:
–Γέροντα! Ένα κι ένα κάνουν δύο: Υποχώρηση, καθόλου! Με την ευχή σας, θα ρίξω τον εαυτό μου στη φωτιά κι όπου βγω. Πίσω και ήττα στους λογισμούς, όχι!
–Καλά!... Καλά θα δούμε…
Αυτό, ήταν. Αυτό που ήθελε ν’ ακούσει, τ’ άκουσε. Βλέποντας έναν άνθρωπο – μια σπιθαμή να μιλάει έτσι, σκέφτηκε: «Ε, κάτι θα μπορεί να κάνει κι αυτός!». 
Και φαίνεται, μ’ αυτό το τεστ που μου έκανε, ζύγισε τι πρέπει να κάνει. Διότι, για να νικήσει κανείς, πρέπει να είναι αποφασισμένος από μέσα του να πεθάνει. Αυτός που θα έμενε κοντά στον Γέροντα Ιωσήφ, έπρεπε πρώτα να έχει υπογράψει τον θάνατό του.
Μετά από λίγο μου λέει:
–Ετοιμάσου να σε κάνω μεγαλόσχημο. Πριν όμως, θα υπογράψεις τον θάνατό σου. Είτε πονέσεις είτε αρρωστήσεις, ένα θα έχεις στη σκέψη σου: ότι ο θάνατος μόνο θα σε χωρίσει από ’δω. Μη ζητήσεις παράκληση, μη ζητήσεις θεραπείες. Είσαι αποφασισμένος για τον θάνατο; Κάτσε! Αν όχι, φύγε!
Και με την ολόψυχη συγκατάθεσή μου: «Νά ’ναι ευλογημένο, Γέροντα! Θάνατος, θάνατος!», προχώρησε και μ’ έκανε μοναχό μεγαλόσχημο, με εφημέριο τον παπα–Εφραίμ από τα Κατουνάκια (1912–1998), στις 13 του μηνός Ιουλίου, με το παλαιό, το 1948, ημέρα Πέμπτη.
Η κανονική τάξη, βέβαια, είναι να περάσει ο δόκιμος μοναχός πολύ περισσότερο χρόνο δοκιμασίας. Η απόφαση όμως ρυθμίζεται ανάλογα με την εποχή και τους ανθρώπους. Και ο Γέροντας, με την εμπειρία του, διέκρινε πως έτσι έπρεπε να γίνει. Μόλις έγινα μεγαλόσχημος, κάναμε λουκουμάδες. Το είχαμε σαν τυπικό.

Καμιά φορά ο Γέροντας είχε ένα φυσικό λόξυγκα. Το εκμεταλλεύτηκε αυτό ο διάβολος κι άρχισε να μου λέει με τον λογισμό: «Ααα! Αυτό που κάνει τώρα ο Γέροντας φανερώνει ότι έχει δαιμόνιο μέσα του. Το δαιμόνιο είναι που κάνει αυτό τον λόξυγκα». Πω! Πω! Τι πικρία, τι φαρμάκι, που ήρθε μέσα στη ψυχή μου! «Ακούς εκεί, να μου λέγει έτσι ο λογισμός!». Εγώ δεν είχα τέτοιους λογισμούς. Μόλις μου ήρθαν, αναστατώθηκα. Μπαα! Αδύνατον να παραδεχθώ για τον Γέροντά μου αυτόν τον λογισμό! «Θα σε σφάξω!», είπα μέσα μου κι έκανα αγώνα εναντίον του με την αντίρρηση. Όταν το είπα αυτό στον Γέροντα, που ήταν ασκητής πεπειραμένος και θαυμάσιος, χαμογελούσε:
–Μη στεναχωριέσαι, παιδί μου! Άσ’ τον να λέει ό,τι θέλει αυτός. Καμιά σημασία. Λέγε την Ευχούλα. Θα σου πει κι άλλα. Από το ’να αυτί να μπαίνουν κι απ’ τ’ άλλο να βγαίνουν. Το ξέρασμα του άδου είναι ατελείωτο. Με τον διάβολο, δεν τα βγάζει κανείς πέρα τόσο εύκολα. Μην κάνεις αντιρρητικό λόγο, διότι είσαι μικρός και άπειρος. Μόνο να περιφρονείς τον λογισμό, να λέγεις την Ευχή συνεχώς και θα φύγει από μόνος του. “Μπενάκιας και Βγενάκιας”! Μόνο περιφρόνα τον λογισμό, λέγε την Ευχή και θα φύγει μόνος του.
Δεν ήξερα όμως πως η καταφρόνηση των λογισμών είναι η καλύτερη λύση και απάντησα:
–Όχι, Γέροντα! Με τον δικό μου λογισμό θα δώσω μάχη. Δεν θα τον αφήσω να μου πει εμένα για σας, τον Γέροντά μου!
–Χμ!... έκανε εκείνος και χαμογελούσε. Θα έλεγε μέσα του: «Τούτος ο μικρός δεν ξέρει τί του γίνεται!...». Και μ’ άφησε ν’ αγωνιστώ με την αντίρρηση.

Έκανα σκληρό αγώνα, αλλά ο διάβολος ήταν τεχνίτης. Ήταν μάστορας. Και, τί μου έκανε; Μόλις σηκωνόμουν ν’ αγρυπνήσω, με το που άνοιγα τα μάτια μου, –τσάκ!–, ερχόταν αμέσως η προσβολή: «Να, ο Γέροντας τί είναι». Και με τέχνη, ο διάβολος, έριχνε τον λογισμό σαν δηλητήριο μέσ’ την καρδιά μου, για να μου δηλητηριάζει την αγρυπνία. Έτσι, με τέτοιες σκέψεις, μου έκοβε όλες τις δυνάμεις μου. Ερχόταν μια αίσθηση δαιμονική: «Να, ο Γέροντας, δεν είναι αυτός εσύ που νομίζεις· έχει δαιμόνιο!». Αλλά κι εγώ, από την άλλη πλευρά, δεν υποχωρούσα σε καμιά περίπτωση· αμέσως στραγγάλιζα τον λογισμό με αντιρρητικό λόγο: «Όχι! Ο Γέροντας είναι στρατηγός!», έλεγα.  
«Άνθρωπος που με οδηγεί στη σωτηρία μου, δεν μπορεί να έχει δαιμόνιο. Είναι άγιος. Είναι άγγελος του Θεού». «Όχι, δεν είναι άγγελος, διότι ξέρεις, εκείνο, το άλλο, το παράλλο…». «Όχι!...», αντέλεγα εγώ.
Και για ώρες ολόκληρες έκανα αντιρρητικό πόλεμο, αν και δεν είχα καμιά εμπειρία πάνω σ’ αυτόν. Απλώς με χαρακτήριζε μια φυσική τόλμη κι έκανα αυτή τη μάχη, παρ’ ότι ήμουν μικρός στη γνώση και στην πείρα. Πήγαινα να κάνω αντίρρηση, που είναι για φτασμένους αγωνιστές, ενώ εγώ έπρεπε να ξεφεύγω με την περιφρόνηση, για να γλυτώνω πιο γρήγορα.
Αυτή η μάχη κράτησε μέρες! Ο πονηρός με σφυροκοπούσε και μου έκλεβε ώρες από την αγρυπνία, για να μάχομαι μαζί του. Όποιος όμως υποχωρεί, γεμίζει σιγά–σιγά σαβούρα η ψυχή του και βρωμάει. Ο κάθε κακός λογισμός γίνεται απόστημα μέσα στη ψυχή, που αν δεν το πετάξεις με βία, πληγιάζει, σαπίζει και βρωμάει.

Μια Πεντηκοστή, μας είχε φέρει ο πατήρ Αθανάσιος παξιμάδια, ντομάτες και σταφύλια.
Γυρίζει και μας λέει ο Γέροντας:
–Τους ντορβάδες στην πλάτη και δρόμο! Θα μας τα φάνε τα ποντίκια.
Τότε οι λογισμοί μού ήρθαν σαν τα μυρμήγκια: «Τέτοια μέρα στους δρόμους! Που έπρεπε να ησυχάσεις, να διαβάσεις, να κάνεις κομποσχοίνι!». Εγώ, του απαντούσα του λογισμού: «Στενή και θλιμμένη η οδός. Η υπακοή πάνω απ’ όλα. “Δεν ήρθα για να κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα του πατέρα μου” (πρβλ. Ιωάν. 6, 38)». Το φορτίο των λογισμών όμως ήταν βαρύτερο από το φορτίο στην πλάτη! Μου έλεγε και του έλεγα: «Μόλις πάμε στον Γέροντα, θα σε καταγγείλω!».
Μόλις μπήκα στην πόρτα της καλύβας του, πάνε οι λογισμοί! Πού να τολμήσουν οι δαίμονες ν’ αντικρίσουν τον μάστορά τους!!

Επειδή όμως δεν είχα την ευκαιρία εκείνη τη στιγμή να δω τον Γέροντα κατ’ ιδίαν, γιατί μας είπε να φύγουμε για ν’ αλλάξουμε τα ρούχα μας και να ξεκουραστούμε, είπα μέσα μου: «Πειρασμέ, τώρα θα σε κανονίσω!». Μάζεψα, λοιπόν, ένα τσουβάλι πέτρες και του είπα: «Τώρα θα σου βάλω κανόνα, που δεν ήθελες να κουβαλήσεις φορτίο τέτοια μέρα, και θα κοιμηθείς πάνω στις πέτρες! Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό, είχε πολύ μεγαλύτερο μαρτύριο!». Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν είχε αξία· όμως για τούτη την προαίρεσή μου ο Θεός μού έδωσε έναν μικρό μισθό…
Όταν κοιμήθηκα, είδα ότι βρέθηκα σε μια πεδιάδα. Δεξιά μου ήταν ο πατήρ Ιωσήφ, ο νεώτερος (1921–2009), κι αριστερά μου ο πατήρ Αρσένιος (1886–1983). Και στ’ αριστερά πάλι, στην κορυφή ενός ωραίου κατάφυτου πράσινου λόφου, βρισκόταν ο Γέροντας Ιωσήφ και γυρίζει και μας λέει: «Θα περάσει ο Μέγας Κωνσταντίνος. Να πέσετε να πάρετε την ευχή του».
Του έκανα με νεύμα: «Νά ’ναι ευλογημένο!». Όταν ήρθε, χωρίς καν να τον κοιτάξω, έβαλα μετάνοια. Δεν ξέρω ο άλλος αδελφός τί έκανε. Καθώς σηκωνόμουν, αντί να δω τον Μέγα Κωνσταντίνο, είδα τον Χριστό σαν μικρό παιδάκι. Αυτό έσκυψε, μου χαμογέλασε, με ασπάσθηκε κι έφυγε. Μα, τί χαρά μού ήρθε!
Μόλις ξύπνησα, είχα χαρά στη ψυχή μου. Πήγα στον Γέροντα και του είπα ότι είδα αυτό κι αυτό. Με ρώτησε τί λογισμούς είχα την ημέρα. Του είπα τους λογισμούς που είχα, πώς τους αντέκρουσα και ποιο ήταν το αποτέλεσμα.
–Ο Θεός τους δούλους Του, έτσι τους παρηγορεί, όταν κάνουν κάποιον αγώνα. Αλλά εσύ στο εξής να μη βάζεις πέτρες.


Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει νά ’χεις έναν έμπειρο οδηγό, να διακρίνει με ασφάλεια την αλήθεια από το ψεύδος. Διότι ο απόστολος Παύλος μάς διδάσκει ότι ο διάβολος μεταμορφώνεται και σε άγγελο φωτός προκειμένου να παραπλανήσει τον άνθρωπο.  
Οι δε άγιοι Πατέρες μάς λένε: «Το κρασί και το ξύδι μοιάζουν· εκείνος όμως που γεύθηκε το κρασί, εκείνος είναι που ξέρει τη διαφορά». Και ο Γέροντάς μου, ο Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης, ήταν από τους λίγους εκείνους Αγιορείτες Πατέρες, που είχαν άφθονα γευθεί τη νηφάλια μέθη της θείας Χάριτος και που μπορούσαν, άμεσα και με ασφάλεια, να γνωρίζουν αν μια κατάσταση ήταν από τον Θεό ή από τους δαίμονες ή από τη δική μας φύση.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ
ΚΤΗΤΟΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
ΑΡΙΖΟΝΑ – ΗΠΑ


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...


« Όταν θέλῃ κανείς νά πληροφορηθῇ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ (στήν περίπτωσι πού δέν μπορεῖ νά ἐπικοινωνήσῃ μέ τόν Πνευματικό του), νά ἀφήσῃ τελείως τίς δικές του σκέψεις καί νά προσευχηθῇ τρεῖς φορές, καί ὅπου κλίνῃ ἡ καρδιά του, ἐκεῖνο νά κάνῃ καί θά εἶναι κατά Θεόν.
==========================
Πολύ σοφά καί κατά Θεόν λόγια, λέει εδώ ο γέροντας. Πόσοι όμως από εμάς σήμερα τα ακολουθούμε; Εμείς συνήθως παίρνουμε ντούκου μιά απόφαση, μά γιά εργασία είναι, μά για επιλογή κουμπάρων καί αναδόχων είναι, μά για παντρειά είναι,καί ότι μάς πούνε καί ότι μάς έλθει και κατέβει στο μυαλό μας κάνουμε. Καί μετά πέφτουμε σε κανέναν λάκκο καί τραβιόμαστε...

a